Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Σιωπή κρυστάλλινη

Νύχτα .
Σιωπή κρυστάλλινη.
Πάνω στις στέγες ύφαινε τα αργυρά της νήματα η σελήνη.
Στο πέρασμά σου το θρόϊσμα των άστρων.
Όλος ο κόσμος ένα βιβλίο γεμάτο φώτα κι όνειρα .
Ένα βιβλίο, που όλο θέλαμε, αλλά διστάζαμε να ξεφυλλίσουμε,
γιατί φοβόμασταν το τέλος.
Και οι προσδοκίες, οι ματαιώσεις, τα ερωτήματα, που δεν απαντήθηκαν,
όλα κλεισμένα εκεί.
Μαζί κι εκείνα τα μικρά άψυχα πράγματα,
που μας συντρόφευαν μιλώντας μας για την ομορφιά με την άγνωστη και διάφανη ψυχή τους.

Δεν χάθηκες.
Μόνο ένα θρόϊσμα, καθώς ο Θεός αφήνει ένα άστρο.
Έρχεσαι δίπλα μου.
Ανοίγεις εκείνο το βιβλίο.
Το χέρι σου χαϊδεύει τα γράμματα.
Έχει φεγγάρι απόψε, δεν το αισθάνεσαι ;
Στις σελίδες τρεμίζουν οι ανταύγειες του λευκού και του γαλάζιου.
Τολμάμε να διαβάσουμε.
Στον επίλογο ένα κρυμμένο όνειρο.
Εκεί κλεισμένη όλη η ζωή μας.
Όλα εκεί,
στο τέλος, εκεί που σμίλεψε το φως σε λόγο την κρυστάλλινη σιωπή μας.

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Η θάλασσα


Νύχτωσε.
Στον ουρανό ο αποχαιρετισμός της μέρας.
Στο βάθος του ορίζοντα τα σύννεφα στάζουν πορφύρα.
Το ημίφως, κρουστό, χαϊδεύει τους ώμους σου.
Κι εσύ δίπλα μου, να περιμένεις να ζήσεις το αιώνιο σε μία στιγμή ρόδινη
με μία θάλασσα στο βλέμμα.

Θάλασσα απέραντη, που χρύσισες μέσα μου,
ήρθε η ώρα να ανάψεις τα φώτα σου,
να διώξεις τους ίσκιους. 
Δεν έχει σημασία τίποτα άλλο απόψε,
μόνο αυτό το φεγγάρι το κόκκινο, που έχει το χρώμα της πληγής μας.

Όλη η ζωή μας ένα φως μακρινό στο σύθαμπο,
κι οι μέρες που ζήσαμε μέσα στο όνειρο,
αυτές που δακρύσαμε, αυτές που αγαπήσαμε,
πλοία κατάφωτα, που διασχίζουν τον χρόνο.
Μπορεί να γνωρίσαμε τον πόνο σε όλο το βάθος του,
δεν σταματήσαμε όμως ποτέ το ταξίδι.
Σε κάθε σταθμό αναζητούσαμε μία κρυμμένη ομορφιά.
Έτσι απ΄το παράθυρο βλέπαμε τις νύχτες, σαν τα παιδιά,
κυκλάμινα λευκά να ανθίζουν πλάϊ στις πέτρες.
Και κάθε φορά που δάκρυζε η ψυχή,
απελευθερωνόταν, γιατί είχε το χρέος της τελικά εξοφλήσει.

Σφίξε μου το χέρι και μην απελπίζεσαι.
Όλα είναι εδώ,
το φεγγάρι, το θαύμα, η πληγή, η αγάπη.
Τα σύννεφα στάζουν απόψε φως κι αθωότητα.
Και η θάλασσα ...
Η θάλασσα αγάπη μου, είναι χρυσή κι απέραντη
κι εμείς έχουμε ακόμα μεγάλο ταξίδι.


Η βροχή

Κάπου βαθιά ένας ήχος.
Κι εσύ να έρχεσαι από μακριά σαν θρόϊσμα
συντροφιά με του χρόνου το πάλλευκο πτέρωμα.
Κι όπως μου άρεσε πάντα να διαβάζω της μορφής σου το καθρέφτισμα στα βραδινά νερά,
αισθανόμουν.
Αισθανόμουν πόσο απαλά, απρόσμενα η ζωή ξεδίπλωνε τον δικό της μίτο.
Η μοναξιά είχε γράψει πάλι την ιστορία της στης ύπαρξής μας τα πέταλα.
Κι εμείς πονούσαμε.
Μα πάντα αισθανόμασταν,
μόνοι καθώς περπατούσαμε σε μία βαθυγάλαζη νύχτα.

Πολλές φορές βλέπαμε λάμψεις πίσω απ΄τα σύννεφα.
Στου μυαλού τα κλαδιά συνάζονταν τα πουλιά να προλάβουν την καταιγίδα.
Κι όταν ξεσπούσε η βροχή,
τα μάτια τα πήλινα έβλεπαν μέσα από διάφανα κρύσταλλα.

Τώρα τίποτα άλλο.
Μόνο εμείς μέσα σ΄αυτό το βαθυγάλαζο βράδυ.
Δεν υπάρχει γιατί, οι ψυχές την ουσία έχουν πια καταλάβει.
Μόνο η βροχή κι εμείς να αγγιζόμαστε,
σ΄ένα βαθύ συναίσθημα την ομορφιά του κόσμου να έχουμε μεταλάβει.  

Η ασημένια σου θάλασσα

Ήταν κάποιες φορές που ταξίδευα στην ασημένια σου θάλασσα.
Τότε η ψυχή μου εγκατέλειπε άμυνες,
άνοιγε απρόσμενα διάφανο ρόδο, κάτω από ένα φεγγάρι βαθύφωτο.
Του λογισμού σου ο χυμός διέτρεχε όλη την ρίζα μου.
Κι ήταν της αγάπης το φως άστρο κεντημένο πάνω στο στήθος σου.

Το ξέρω πως χωρίς θυσία δεν υπάρχει παράδεισος.
Γι΄αυτό φρόντισα να γίνω για σένα το βαθυπράσινο φύλλωμα,
που θροίζει στο γέλιο σου,
να γίνω η σιωπή σου η κρυστάλλινη,
τα πρωϊνά να ακούς πως ανατέλλει ο ήλιος.

Μία χάρη μικρή θα ήθελα μόνο να σου ζητήσω.
Κάθε φορά που μ΄αγγίζει η φωτιά σου,
να μην ξεχνάς να φυτεύεις στον κήπο μου στίχους.
Κάθε φορά που ταξιδεύω στην ασημένια σου θάλασσα,
να μην λογίζω τον θάνατο.

Απόψε όλα ανασαίνουν την αγάπη σου


Απόψε όλα ανασαίνουν την αγάπη σου.
Το φως κι ο αέρας.
Τα χέρια σου μετάξι και μνήμη.
Ακόμα κι όταν της θλίψης το χιόνι σκέπαζε τον ανθισμένο σου κήπο,
έμενα πάντα το μαβί σου κυκλάμινο,
να τρυφερεύω αθόρυβα πλάϊ στην καρδιά σου.
Κι ίσως, αν δεν σου έγραφα απόψε,
ίσως να μην ξεχυνόταν απ΄το χαρτί μου αυτό το ποτάμι το ασύνορο
να σ΄αγκαλιάσει, όπως ποτέ δεν σ΄αγκάλιασαν.

Μην απορείς.
Τις νύχτες οι λέξεις μένουν στον ουρανό,
πορφυρές φωταψίες, βελούδινες,
να ιριδίζουν αισθήματα.
Και είναι τα χάδια τους άϋλα, διάφανα, σαν των πουλιών το φτερούγισμα.

Τώρα που ο Θεός ανάβει στον κόσμο τα αστέρια,
θα μείνω δίπλα σου.
Θα προσπαθήσω για χάρη σου να ξεγελάσω τον θάνατο.
Μ΄ένα ποίημα να σε αγγίξω, όπως ποτέ δεν σε άγγιξαν.
Τα βράδια τα χέρια μου μέσα στα χέρια σου,
ατλάζι, αγάπη και λήθη.

Συγχώρεση

Τι κι αν ο κόσμος δεν κατάλαβε τις προθέσεις μου,
εγώ μετάνιωσα για όλα.
Το ένιωθα, όταν τα βράδια  αχτίδιζαν συγχώρεση τα αστέρια.
Χαμένη μες στων ευκαλύπτων τους βαθυπράσινους ίσκιους
έψαχνα να βρω την σελήνη, που ήξερε κάθε φορά να μου στεγνώνει τα δάκρυα.
Είχα κι εκείνη την ασίγαστη φλόγα να βλέπω το αιώνιο μέσα στο φθαρτό.
Ξημέρωσε.
Ένα σπουργίτι στάθηκε στο κάγκελο να ορθρίσει την αγάπη.
Σήμερα πρέπει να προσπαθήσω  να είμαι συνεπής στην ομορφιά.
Το βλέμμα μου πέφτει πάνω στις χρυσές ανταύγειες που διαγράφει το φως πάνω στο βάζο.
Εκείνες τις ανεμώνες που μου χάρισες,
μου μιλούσαν τόση ώρα με την σιωπή τους.

Βρέχει, τ΄ακούς ;
Ίσως είναι η ώρα να κλείσουμε το τζάμι.
Τα σύνορα του κόσμου είναι δύσκολο πια να τα βρούμε.
Μπορούμε όμως ακόμη να ταξιδεύουμε, σαν τις σταγόνες της βροχής πάνω στα φύλλα,
να αγαπάμε σαν τα αθώα παιδιά, που όλο κοιτούν τον ουρανό.

Μην μου θυμώνεις.
Συγχώρεσέ με, που σου μιλώ, σα να είσαι δίπλα μου ακόμη.
Η απουσία σου είναι σταυρός βαρύς κι ένα ποτήρι, που δεν θα΄θελα να πιω.
Πότε ήρθε η νύχτα ;
Πρέπει να ανοίξω πάλι το τζάμι.
Τις ενοχές μου περιμένω να σβήσει πάλι εκείνο το θαμπό φως των αστεριών.


Θάνατος δεν υπάρχει

Πολλές φορές προσπαθούσα να αφουγκρασθώ πως ψιθυρίζει η σιωπή στης νύχτας το βαθυπράσινο φύλλωμα.
Είναι γιατί, ό,τι άγγιξα σ΄αυτή την ζωή, έθαλλε πάντα μέσα στο όνειρο,
εκεί που τρυφερεύει η ύπαρξη.
Άλλες φορές πάλι, οι σκέψεις ταξίδευαν,
πλοία ολόφωτα μες στων ματιών σου τις σμαραγδένιες θάλασσες.
Ήταν κι εκείνο το σώμα το απάτριδο, που καρτερούσε να βρει το νησί του.

Θυμάμαι, που σου άρεσε να βλέπεις τα χρώματα του δειλινού πάνω στα σύννεφα,
κι έλεγες πως θάνατος για την ψυχή δεν υπάρχει.
Η ευτυχία τότε, αν και εφήμερη,
είχε ένα άρωμα εξαίσιο, βαλσαμικό,
σαν της δροσιάς τα διαμάντια πάνω στων γιασεμιών τα πέταλα.
Τώρα μόνο η σιωπή βηματίζει στο άδειο σπίτι.
Εσύ έχεις φύγει καιρό και το σώμα δεν έχει πατρίδα.
Απ΄το πιάνο ακούγεται μία μακρινή μουσική.

Να περιμένεις.
Θα σου χαρίσω του παραδείσου ένα αστέρι για να φωτίζει της μοναξιάς σου το ασέληνο βράδυ.
Θα αγαπηθούμε για πάντα.
Ίσως μπορέσεις και δεις στον ουρανό της αλήθειας την φωτερή στιγμή.
Σαν θα΄ρθει η αυγή θα μ΄αγκαλιάσεις με δύο διάφανα χέρια
και θα μου λες, πως ο θάνατος δεν υπαρχει για την ψυχή.

Γραφές

Κλειστά τα φώτα.
Το φεγγάρι φώτιζε την κάμαρα.
Πλησίασα στο τζάμι.
Το ωχρό φως του δρόμου γλιστρούσε στη μικρή βεράντα.
Οι ίσκιοι των δέντρων θαρρείς τρυπούσαν την ψυχή σου.
Μόνη,
τόσο αφόρητα μόνη.
Οι σκέψεις δαιδαλώδεις,
σχημάτιζαν αργυρά ποτάμια, που ξεχύνονταν μες στο δωμάτιο,
σαν τα πουλιά, που τους χειμώνες φτερουγίζουν ανάμεσα στα γυμνά κλαδιά.

Πλησίασα στο τραπέζι για να γράψω.
Σχημάτισα ασυναίσθητα ένα Θήτα,
θνητός, αλλά και Θεός.
Πως μία οριζόντια γραμμή σ΄ένα γράμμα χωρίζει κι ενώνει ταυτόχρονα δύο κόσμους ;
Eίναι οι γραφές μας σπόροι,
που πρέπει να πεθάνουν πολλές φορές για να βλαστήσουν.
Γιατί όταν γράφεις, μπορεί να ζεις,
μπορεί και να πεθαίνεις.
Και μένει πάντα καπου μία χαραμάδα ανοιχτή για να εισχωρήσουν το φως κι η ομορφιά.

Κλειστά τα φώτα.
Να ζήσουμε, να ονειρευθούμε ακόμα.
Η ποίηση αυτό είναι τελικά.
Ένας αέρας, μία σιωπή,
κλαδιά γυμνά
κι ένα φεγγάρι χρυσό να φωτίζει του μυαλού την καταχνιά.

Το σημάδι

Απόγευμα.
Στον ουρανό τα χελιδόνια ζύγιαζαν την ομορφιά και την αγάπη.
Το βλέμμα σου σταματημένο εκεί που πορφυρώνεται ο ορίζοντας.
Τριγύρω γέλια μικρών παιδιών πεταρίζουν στον άνεμο μαζί με του καλοκαιριού τις άλικες κορδέλλες.
Το φως,
εκείνο το φως το ιλαρό, που έλουζε τα πάντα,
έσταζε μέσα στην ψυχή μας.
Οι ώρες περνοδιάβαιναν μες στου χρόνου το στεφάνι,
τόσο γρήγορα, σαν τη βελόνα της μητέρας, όταν κεντούσε την δαντέλλα της σιωπής.

Κοίτα, το κέντρο της παραλίας άναψε τα φώτα του.
Σιωπή,
απόλυτη σιωπή.
Η αθανασία πέρασε αθόρυβα αφήνοντας τα ίχνη της στην άμμο.
Μαζί κι ένα σημάδι στα χέρια μας.
Μην φοβάσαι.
Άσε τις μνήμες να χαράζουν κύκλους στην πορεία μας.
Τα σκοτάδια τους δεν μπορούν να μας κάνουν τίποτα πια.
Εμείς έχουμε πάντα μέσα μας ένα φως.
Η αστροφεγγιά λάμπει τώρα στις λίμνες των ματιών μας.

Τα μάτια μας.
Βλέπουν τώρα πιο καθαρά,
τώρα που στέγνωσαν τα δάκρυα.
Κοίταξε τώρα, τα χέρια μας είναι χρυσά,
το άπειρο αχτίδισε ξανά μες στην φθαρτή αφή μας.

Η ζωή μας

Νύχτα με άρωμα γιασεμιού.
Το φεγγάρι πρόβαλε πίσω απ΄τις φυλλωσιές.
Περίμενε τόση ώρα να φωτίσει το χαμόγελό σου.
Βαθιά στον ορίζοντα, στις μενεξεδένιες κορυφογραμμές,
εκεί που αχνοφαίνεται το φως ενός θλιμμένου φάρου,
απλώνεται το νήμα της ζωής μας.

Η ζωή μας.
Έχει κάτι απ΄το βαθυγάλαζο της θάλασσας,
απ΄τις κυανές σκιές των κυμάτων της,
απ' τα μυστικά τα ανεξερεύνητα, που κρύβονται στον σκοτεινό βυθό της.
Έχει κάτι κι από εκείνη την αργυρή σελήνη, που ανθίζει κάθε βράδυ καταμεσίς του ουρανού,
για να συντροφεύει τα τραγούδια μας ,
κι από  εκείνα τα παιδικά όνειρα που κάναμε,
όταν ξενυχτούσαμε κάτω απ΄το ανοιχτό παράθυρο στέλνοντας βάρκες σε νοερά πέλαγα.

Αυτή είναι η ζωή μας.
Ενα κομμάτι γη, ένα ουρανός,
δαντέλλα από σκιές και φως,
πλήκτρα μαύρα κι άσπρα στο παλιό μας πιάνο.
Κι ήρθαν κι αχτίδισαν στα χέρια μας τα αστέρια σιωπηλά,
σαν το χάδι που αφήνει ο Θεός στον κόσμο.

Το φεγγάρι, οι λεύκες, το χαμόγελό σου.
Συγχώρεσέ με αγάπη μου,
σ΄αυτή την ζωή, δεν είχα άλλη ομορφιά για να σου δώσω.

Φυλλορροεί απόψε η μοναξιά



Στους δρόμους, στις πλατείες,
φυλλορροεί απόψε η μοναξιά.
Στο νοτισμένο απ΄την βροχή πλακόστρωτο οι ανταύγειες του γαλάζιου και του πράσινου.
Η θύμισή σου ήρθε να χορέψει πάλι στου μυαλού τις κρύπτες.
Σε κατάλαβα απ΄ το βαθύ σου το φως, την απαλή την σκιά σου.
Στα μαλλιά σου μπλεγμένες δύο αχτίδες της σελήνης.
Τώρα που η νοσταλγία ανάβει τα φώτα της στον ουρανό,
εσύ ευωδιάζεις αφρισμένη θάλασσα.

Άγγιξέ με, να αισθανθώ πως η αγάπη δεν έχει πια αποσιωπητικά,
πως όλα ξαναγεννιούνται, λες κι ο Θεός χαϊδεύει τρυφερά της ύπαρξης τα πέταλα
Μες στο μισόφωτο φέγγει το σώμα, φέγγει η μορφή.
Φυλλορροεί απόψε η θλίψη,
Νύχτα με όνειρα και κρύσταλλα,
αυτό που ποθώ σ΄ένα κύμα γαλάζιο,
απόψε φέγγει η ψυχή .

Σ΄αγαπώ

Το χέρι σου ρόδο λευκό, που επιμένει να ανθίζει στου χρόνου το παγωμένο πρωϊνό.
Μία ανταύγεια χρυσή παίζει στις άκρες των δαχτύλων σου.

Σ΄αγαπώ,
όπως αγκαλιάζει τον βράχο η θάλασσα ένα φθινοπωρινό δειλινό.
Κι όπως σμίγει στο δέντρο το φύλλο με τον καρπό,
Σ΄αγαπώ.
Για τον ήλιο που βασιλεύει μέσα στα μάτια σου,
για τον τρόπο που μερεύεις τα κύματα,
Σ΄αγαπώ.
Επειδή η σελήνη που αντικρύζεις φωτίζει του μυαλού μου το δάσος το ζοφερό.
Κι έτσι έρχεσαι εσύ να αφήνεις στίχους, όνειρα κι άστρα σε μία νύχτα πολύφωτη,
Σ΄αγαπώ.
Γιατί, όταν οι ψυχές μας αγγίζονται, του κόσμου τα σύννεφα παίρνουν ένα χρώμα θεϊκό,
κι όλο πλέεις αέναα μες στης ύπαρξης το ποτάμι το πορφυρό.
Σ΄αγαπώ.

Κι επειδή νικάς μ΄ένα σου βλέμμα τον θάνατο, γι΄αυτό
Σ΄αγαπώ.

Διάφανα ποτάμια

Είμαστε κάτι διάφανα ποτάμια.
Μέσα μας αντιφεγγίζει ένας ολόκληρος κόσμος.
Δώσε μου το χέρι σου, τώρα που η δροσιά του φεγγαριού φωτίζει τη νύχτα μας.
Δεν το νιώθεις ;
Στον αέρα πλανιέται το άρωμα του αγριόκρινου μαζί μ΄ένα ακαθόριστο αίσθημα νοσταλγίας.
Εκείνο το δειλινό, θυμάσαι,
που παρακολουθούσαμε τις βάρκες να πλέουν σιωπηλά σε μία πάγχρυση θάλασσα.
Τότε που, καθώς έσβηνε ο ήλιος, πλημμύριζε από φως τρεμάμενο η ψυχή μας.
Και οι προσδοκίες, τα όνειρα,
γλάροι που ποθούσαν να βρουν μέρος να ξαποστάσουν.

Ήρθε το βράδυ,
δως μου το χέρι σου.
Τώρα μπορούμε να αισθανθούμε το νερό να κελαρύζει στις φλέβες μας.
Έχουμε γίνει κι οι δυο ένα μεγάλο ποτάμι.
Απ΄της πλάσης το αντιφέγγισμα έχει διαλέξει ο Θεός την ψυχή μας,
του γλάρου το πέταγμα,
άστρο τρεμάμενο,
φως μες στο σκοτάδι.

Ανεμώνη

Άλλη μία μέρα περιμένω να αναπαυθεί η μορφή σου στης σκέψης τον γαλάζιο θρόνο.
Του ήλιου η χρυσή φυλλωσιά θροίζει μέσα στα μάτια σου.
Του κόσμου η στάμνα γεμίζει με χρώμα και φως.
Η ζωή ήρθε πάλι να αφήσει μία μικρή ανεμώνη στο περβάζι.
Την κρατώ προσεκτικά,
σαν εκείνη την αλήθεια που μόνο οι τρελλοί και τα παιδιά κατέχουν .

Εκεί κάπου θα είναι η αγάπη,
θα φωλιάζει σε μία στιγμή ρόδινη του χρόνου.
Κι η ψυχή θα φτερουγίζει σαν γλάρος, που ποθεί να ταξιδέψει.

Θα μπορώ να αγαπώ, να γράφω.
Όταν βραδιάζει μία προσευχή θα΄ναι κρυμμένη στη θημωνιά του φεγγαριού.
Ανάμεσα στις λέξεις δύο χέρια θα υφαίνουν αστέρια.
Είναι που μία ανεμώνη γαλάζια ανθίζει , αιώνια αλήθεια, καταμεσίς του ουρανού.


Δύο μωβ σύννεφα στα μάτια σου

Ετοιμαζόμουν να ταξιδέψω πάλι,
να χαθώ λευκό πουλί, στων ματιών σου τα μωβ σύννεφα.
Μα τα φτερά είναι πάντα αδύναμα,
μία μολυβένια πόρτα φράζει το άπειρο.

Τώρα βρέχει.
Στα χείλη σου ανθίζει το φθινόπωρο.
της χαμένης αθωότητας τα μικρά θραύσματα λαμπυρίζουν,
σαν τις σταγόνες της βροχής πάνω στις πευκοβελόνες.
Και στην αέναη κίνησή σου, εσύ,
μόνο εσύ,
να φέγγεις μέσα στον κόσμο.
Μπροστά μας όλη η διάφανη ματαιότητα.
Δεν είμαστε παρά ένα θρόϊσμα ανέμου πλάϊ στην θάλασσα,
μία γαλάζια στιγμή πριν το ξημέρωμα.
Τουλάχιστον, όταν η ζωή θα΄χει διαβεί του χρόνου το τοξωτό γεφύρι,
να θυμόμαστε.
Ότι όσο πονέσαμε, άλλο τόσο αγαπήσαμε.
Και είναι η αγάπη αυτή το πιο ακριβό μας ταξίδι.

Τώρα τρεμίζει η σιωπή.
Άκου, ο ήχος της βροχής πάνω στα φύλλα.
Δες,
στα μάτια σου δύο μωβ σύννεφα,
στον ουρανό μία προσευχή
κι ένα λευκό πουλί που στο άπειρο ποθεί να πετάξει.

Ένας ωχρός Νοέμβρης

Ένας ωχρός Νοέμβρης.
Προχωρούσαμε μες στο απόβροχο.
Της προκυμαίας τα κίτρινα φώτα, ξεθωριασμένα,
σαν τις παλιές φωτογραφίες των φίλων που έφυγαν,
συντρόφευαν τους ίσκιους μας.
Κατά μήκος της παραλίας μία σειρά θαλασσοδαρμένα παγκάκια,
νοτισμένα από αρμύρα.
Στο βάθος ο ήχος ενός θλιμμένου ακορντεόν.
Ο αέρας μ΄ένα άρωμα απουσίας.
Η φωτισμένη πόλη να κυματίζει τρέμοντας πάνω στα μαβιά νερά
και η νοσταλγία να μας φιλά τα χέρια.

Μες στην σιωπή της ζωής μας ο απολογισμός.
Οι μέρες, οι ώρες περνάνε,
κι εμείς, πέτρινα αγάλματα σε μία άδεια πλατεία, να γερνάμε.

Έπιασε ψύχρα.
Μόνο ένα σύννεφο αργυρό δίπλα στο φεγγάρι φωτίζει το μακρύ μας δρόμο.
Κι εμείς όλο και περπατάμε.
Περπατάμε,
να φτάσουμε εκεί που όλοι καταλήγουμε,
όμορφοι, αγνοί, προπτωτικοί,
με μόνο ντύμα την ψυχή.
Να ζούμε, να αγαπάμε.

Ήτανε όμορφος ο Νοέμβρης μας θυμάμαι.

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Η ζωή συνεχίζεται

Ησυχία.
Στον ουρανό μία λευκή στιγμή υπερπληρωμένη που πάλλεται.
Κι εσύ να έρχεσαι μέσα από ένα δρόμο βαθύ.
Αναρριγώ, όπως θροϊζουν οι λεύκες στης σελήνης το άγγιγμα.
Είναι που της ύπαρξης τα διάφανα πέταλα ετοιμάζονται πάλι να ανοίξουν,
καθώς ανάβουν κεριά μέσα στα μάτια σου.

Τώρα μπορούμε και βλέπουμε πιο καθαρά μέσα στο σύθαμπο.
Ακούς τους λυγμούς των αστεριών ;
Μην φοβάσαι, η ζωή παρ΄όλα αυτά συνεχίζεται .
Στο μονοπάτι μας πάντα θα ανθίζουν φθινόπωρα.
Μόνο μην ξεχάσεις,
να φυτέψουμε ένα δέντρο εκεί που δακρύσαμε.

Ας σωπάσουμε για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε.
Μες στη γαλάζια νύχτα έχει πλάσει ο Θεός
ολόφωτους ουρανούς, που μας μιλούν,
τη μοίρα και τη μοναξιά σε μας να εξηγούν.

Μία ζωή που δεν ζήσαμε

Ένα έρημο παγκάκι με θέα την αφρισμένη θάλασσα.
Ο ουρανός είχε το χρώμα απ΄τους μενεξέδες που άνθισαν στον κήπο,
για να μας θυμίσουν την ζωή, που δεν ζήσαμε .
Και τα όνειρά μας, σε μία γωνιά, τυλιγμένα με μία θαλασσιά κορδέλλα,
σαν εκείνο το δώρο, που περιμέναμε μικρά παιδιά να ανοίξουμε
κάποια παραμονή.

Τα φώτα τώρα αρχίζουν να ανάβουν ένα-ένα
κι ο κόσμος γίνεται διάφανος κι απέραντος.
Απ΄το παράθυρο που βλέπει προς την μεγάλη σιωπή
τα αστέρια γλιστρούν να φωτίσουν το μικρό μας δωμάτιο.

Να αγαπάς,
να μην φοβάσαι, όταν πετάς πάνω από μία αφρισμένη θάλασσα.
Οι λέξεις θα είναι πάντα εκεί,
θα χτίζουν για εμάς όνειρα.
Έξω απ΄της σιωπής το παράθυρο τα άστρα θα διώχνουν της μοναξιάς
το σκοτάδι.
Και οι προσευχές για μία ζωή που δεν ζήσαμε,
κεριά αμέτρητα,
να φωτίζουν το μικρό μας δωμάτιο τούτο το βράδυ.

Θα περάσει

Θα περάσει.
Ίσως χρειασθεί καιρός πολύς να αντέξεις να ζεις με μία πλευρά λογχισμένη.
Θα σου φυλάξει όμως η αγάπη μου λευκό σκαλί να ξαποστάσεις.
Κι όταν ανθίσουν οι πληγές, και σμίξουν οι ψυχές λευκά περιστέρια,
μην φοβηθείς.
Θα περάσει.
Θα είμαι εκεί,
θα σου υφαίνω τις νύχτες έναν ήλιο να σου φωτίζει τα χέρια,
τον θάνατο για να ξεχάσεις.

Το Άλφα και το Ωμέγα σου

Κάθε φορά που θροϊζουν οι λέξεις σου,
η ψυχή μου, διάφανο ρόδο, περιμένει να φυλλομετρήσεις τα πέταλά του.
Και είναι η γαλάζια ανάσα του ήλιου σου, που διώχνει μακριά
τους χειμώνες μου.
Η σιωπή τότε υφαίνει μυστικά το χρυσάφι της μέσα στον χρόνο.
Γιατί στα μάτια σου σμίγει το φως με την θάλασσα.

Κάθε φορά που ο ουρανός ψιθυρίζει το Άλφα και το Ωμέγα σου,
τα γράμματα μου αχτιδίζουν πίσω απ΄τα σύννεφα.
Κι ίσως γι΄αυτό τις νύχτες, όταν ανοίγω διάπλατα το παράθυρο,
στέλνει ο Θεός στους στίχους μου θραύσματα της αγάπης σου,
μικρά καταπόρφυρα άστρα .

Αντάλλαγμα

Μέσα απ΄τη νύχτα έρχεσαι, μέσα απ΄τον χρόνο.
Του φεγγαριού η ανταύγεια στην θάλασσα και στα μάτια σου.
Το ξέρω πως πολλές φορές η  μοίρα έρχεται να δει το είδωλό της
στον καθρέφτη.
Είναι καιρός τότε για οδύνη κι αποχώρηση.
Φύλλα ωχρά στολίζουν το ακάνθινο στεφάνι μας.
Όμως, κάθε φορά που το χέρι σου αγγίζει το δικό μου,
και της ψυχής ο διάφανος παλμός αγκαλιάζει την ανάσα σου,
οι κερασιές ανθίζουν γύρω απ΄τους ώμους σου.
Και τα λεπτά πέφτουν χρυσά μες στο δωμάτιο.

Άφησέ με να περιμένω την αυγή,
να δω πως θροϊζει ο ήλιος στο χάδι σου.
Μ΄ένα φόρεμα που ευωδιάζει ουρανό,
να μείνω πλάϊ σου, απλά να σε κοιτώ,
να αφήσω σε αντάλλαγμα γι΄αυτή την ομορφιά την αγάπη μου στον κόσμο.

Θα ήθελα λίγο φως

Κατέβαινες τις πέτρινες σκάλες.
Κάτω απ΄τα μελαγχολικά φώτα του δρόμου η μορφή σου περιπλανιόταν
ανάμεσα στους θρόους του γιασεμιού.
Η θλίψη έσερνε αγέρωχη το μαβί της φόρεμα πάνω στης ψυχής το λιθόστρωτο,
κι εσύ, ένας αβέβαιος, ξεθωριασμένος ίσκιος.

Θα ήθελα λίγο φως να μπορέσω να σε δω καλύτερα.
Πλάϊ σου δεν ήμουν τίποτα άλλο, παρά μία ύπαρξη ετερόφωτη.
Στη μνήμη μου τόσες εικόνες.
Κάποτε στεκόμασταν στη μέση του πάρκου,
κάτω από ένα αργυρό σύννεφο με δάκρυα κι επιθυμίες ματαιωμένες.
Η βροχή μας χάϊδευε το πρόσωπο, τα χέρια, την καρδιά .
Το βράδυ μας άγγιζε το άπειρο.

Θα ήθελα λίγο φως να δω εκείνο το στιγμιαίο ,
που κρύβει βαθιά την δική του αιωνιότητα.
Στου νου την ζοφερή θάλασσα θα λάμνουν οι σκέψεις με δύο χρυσά κουπιά.
Ίσως εκείνη τη νύχτα να βρέχει ο Θεός.
Είναι γιατί κάπου στον δρόμο, ένα γιασεμί, δύο φώτα μελαγχολικά,
μας συντροφέψουν για να αισθανθούμε πάλι εκείνη την παλιά μας αθωότητα

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Μουσική

Έκλεισα τα μάτια για να νιώσω την σιωπή που κρύβεται μέσα στα πράγματα .
Kι άκουσα από μακριά μία μικρή νυχτερινή μουσική, τόσο διακριτική,
όσο ο λεπτός συριγμός του ανέμου ανάμεσα στις λεύκες,
τόσο διάφανη, σαν την θωπεία των αγγέλων στον έσπερο.
Μία μικρή μουσική που αέναα ταξίδευε όπως η θύμησή σου,
όταν περνά κάτω απ΄του μυαλού τις χρυσές γέφυρες .
Μία στιγμή αιωνιότητας, απ΄αυτές που η  ψυχή περιμένει μία ζωή να γευθεί.

Κι όταν άνοιξαν τα μάτια μου είχε μείνει στα χέρια
της σελήνης μία χορδή φωτεινή.
Στον ανθό της αυγουστιάτικης νύχτας
πως μπορεί η ύπαρξή μου να τρυγήσει το φως,
την σιωπή ;

Δύο φτερούγες

Η ζωή μία στιγμή, ένας αέρας αυγινός.
Και η θάλασσα τόσο πλατιά, απέραντη για να μερεύει το μυαλό .
Που αρχίζει το φως ;
Που τελειώνει η θλίψη ;
Kάπου πρέπει να ακουμπήσει η ψυχή για να συντρέξει .
Έξω απ΄της νύχτας το παράθυρο δύο φτερούγες που πάλλονται.
Ένα πουλί προσπαθεί να πετάξει.
Κι αυτός ο ανεπαίσθητος λυγμός.
Απόψε κάποιος κλαίει στου κόσμου την άκρη.

Να αγαπήσουμε,
όσο είναι καιρός να προλάβουμε.
Στου ουρανού τα πέταλα μήπως στεγνώσει και σήμερα
του Θεού το δάκρυ.

Στιγμές



Πάντα φρόντιζες να ρίχνεις άμμο στην κλεψύδρα μου,
ακόμα κι όταν έλειπες.
Οι μενεξέδες που σκόρπισε ο άνεμος στην σκάλα,
ίχνη κι αυτά της παρουσίας σου.
Της αγάπης μου το ρόδινο φύλλωμα τρέμει ολόκληρο μπροστά στο χαμόγελό σου.
Στιγμές.
Μία αύρα από στιγμές.
Το βλέμμα σου που στάζει ουρανό.
Στις άκρες των δαχτύλων σου ένας γαλάζιος ήλιος.
Κι εγώ να προσπαθώ να διαφυλάξω της ευτυχίας τα διάφανα θραύσματα
μέσα σ΄ένα βιβλίο γεμάτο φώτα κι όνειρα.

Δώσε μου λίγο από τον χρόνο σου.
Άφησέ με να πετάξω σε μία γωνιά του αιθέρα σου.
Εκεί,
εκεί που ανθίζει το όνειρο, εκεί που η ψυχή γίνεται θάλασσα
κι ο θάνατος είναι μία γέφυρα σε μίαν άλλη ζωή,
του Θεού αντιφέγγισμα.

Σκοτείνιασε πάλι, μα δεν με πειράζει.
Συντροφιά μου πάντα ένα βιβλίο.
Θα μείνω να ταξιδεύω σε μία γωνιά του αιθέρα σου.
Στο βυσσινί παράθυρο μία αύρα από μενεξέδες,
κι εγώ εκεί,
πάντα εκεί,
αυτή την στιγμή που γαλανίζει τον κόσμο ένας ήλιος.

Κέρινη μοναξιά

Στον αέρα μία κέρινη μοναξιά.
Περπατούσα στο ωχρό μονοπάτι του φθινοπώρου ψάχνοντας για χαμένα συναισθήματα
ανάμεσα στα κίτρινα φύλλα.
Δεν έχουν σημασία πια τα λόγια, αφού τα νοήματα περιβλήθηκαν φθαρτές εσθήτες.
Βροχή.
Το χώμα ευωδιάζει νοσταλγία κι ο κόσμος ανασαίνει αθωότητα.
Κι εγώ μόνη μες στην καταιγίδα σαν σκιά απόκοσμη να καρτερώ ένα νεύμα ...
Ίσως είναι καλύτερα να γράψω.
Αυτός ο ήχος του νερού πάνω στο τζάμι,
ατέρμονος .
Έτσι κυλούσα μέσα απ΄τα πράγματα αθόρυβα, αέναα,
σαν διάφανο ποτάμι.
Στις όχθες του ερχόταν να ξαποστάσει πολλές φορές η λήθη.

Θυμάμαι.
Θυμάμαι τις νύχτες όταν πλαγιάζαμε,
κρύβαμε κάτω απ΄το μαξιλάρι μας ένα χρυσό όνειρο
και το πρωϊ μόνο τα μικρά παιδιά μας είχαν καταλάβει.

Τώρα τι ;
Έμεινα να αναζητώ στων λέξεων τον συνωστισμό το αθόρυβό σου πέρασμα.
Βροχή,
μία κέρινη μοναξιά.
Θα σβήσω την λάμπα με εκείνα τα θλιμμένα χέρια τα δοσμένα στην εγκαρτέρηση.
Εκεί στο μισοσκόταδο θα γίνω πάλι ένα βαθύ ποτάμι,
θα περιμένω πάντα τον δικό σου ευαγγελισμό.
Νομίζω πως τώρα την αγάπη μου, σαν τα μικρά παιδιά, θα έχεις καταλάβει.

Ένας κήπος γαλάζιος

Όταν γίνει η ψυχή ένας κήπος γαλάζιος,
τα χέρια, διάφανα κρίνα, θα αγγίζουν το άθικτο,
τα δάχτυλα, στήμονες, θα σκορπίζουν στον αέρα την γύρη του απείρου.
Η αγάπη θα ορθρίζει, λευκό πουλί, στα κλαδιά του κόσμου,
τα παιδιά θα γελούν κάτω απ΄τον ήλιο του Απρίλη
κι εμείς θα μπορούμε πια να τ΄ακούμε.

Όταν γίνει η ψυχή ένας κήπος γαλάζιος,
της θλίψης το γκρίζο θα ντύσει άλλους χειμώνες,
οι λέξεις θα φανερώσουν το σιωπηλό τους χρυσάφι
και του ουρανού το χρώμα θα αντιφεγγίζει στα μάτια.

Γιατί και οι ώρες θα σου υφαίνουν θρόνο να αναπαυθείς στην καρδιά,

όταν γίνει η ψυχή ένας κήπος γαλάζιος.

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Θα σου χαρίσω λίγο φως

Θα σου χαρίσω λίγο φως να λαμπυρίσει και σήμερα
της επιθυμίας μου η ακύμαντη θάλασσα.
Κι όταν θα σβήνει απαλά ο ήλιος μέσα στα μάτια σου,
θα στείλω δύο πλοία ολόφωτα να διασχίζουν το πέλαγος,
την ομορφιά να σου φέρουν.

Θα σου χαρίσω λίγο φως να δεις πως της αγάπης το πάλλευκο πτέρωμα
αστράφτει μες στου κόσμου το βράδυ,
και πως καθρεφτίζεται η ψυχή μυστικά πάνω στου νερού το φώσφορο .
Ίσως σου δώσω και της αυγής το μετάξι να σου υφαίνει στον ύπνο ένα παράδεισο,
να δεις πως τρέμει τρυφερά η καρδιά κάθε φορά που ψιθυρίζεις του έρωτα το όνομα.

Σου γράφω τώρα κι έχει γίνει το χέρι μου φλόγα πορφυρή,
το μικρό μου δωμάτιο πλημμύρισε αχτίδες γαλάζιες.
Μην φύγεις,
θα σου χαρίσω λίγο φως .

Κάποτε θα συναντηθούμε

Κάποτε θα συναντηθούμε.
Ίσως σε μια γωνιά του κήπου,
σ΄ένα παγκάκι που θα΄χει σκεπάσει το φθινόπωρο με κίτρινα φύλλα.
Ίσως πάλι αργά μέσα στη νύχτα, στο κλάμα ενός πουλιού,
στο τραπέζι ενός φτωχού.

Θυμάσαι την σκηνή του αποχαιρετισμού ;
Mόνη στην έρημη αποβάθρα  μες στην ομίχλη,
σ΄ένα σταθμό, όπου δεν σταματούν πια τρένα.
Κι εσύ έφευγες μ΄έναν ήλιο ωχρό ,
συννεφιασμένο μες στα μάτια.

Από τότε ανέβαινα στο πατάρι με τα κρυμμένα μυστικά
Κι άνοιγα το παλιό μπαούλο με τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες
και τα κιτρινισμένα γράμματα.
Το δωμάτιο γέμιζε με αφηρημένους ίσκιους,
πρόσωπα φίλων που πέρασαν μέσα απ΄τον χρόνο
Κι έφυγαν απ΄την ζωή μ΄ένα αβέβαιο χαμόγελο.
Κι εγώ διαρκώς αναζητούσα την μορφή σου …

Κάποτε θα συναντηθούμε.
Σ΄ένα χρυσό ευλογημένο μεσημέρι,
στο γέλιο ενός μικρού παιδιού.
Τα τρένα θα επιστρέψουν πάλι να σε φέρουν πίσω,
στα μάτια μου θα λάμπει ο δικός σου ήλιος καταμεσίς του ουρανού .

Ωκεανός

Πέρα βαθιά στον ορίζοντα,
ένα μικρό συνονθύλευμα χρωμάτων.
Λίγο γαλάζιο, λίγο ρόδινο,
καθώς το φως λιώνει απαλά γύρω από τα σύννεφα.
Της επιθυμίας οι ίσκιοι πλέουν πάνω στα διάφανα νερά.
Μία αόριστη αίσθηση αποχωρισμού.
Κι εσύ τόσο παρών μες στην υγρή σου απουσία.
Πόσο θα΄θελα να αφεθώ,
να επιπλεύσω μες στην ωκεάνια ματιά σου.

Περίμενα τόσες ώρες, τόσα χρόνια,
μέχρι που το ανεκπλήρωτο κράτησε σφιχτά τους λεπτοδείχτες της ζωής μου.
Όλο μου τον χρόνο, προσδοκούσα να καρπίσουν τα στάχυα του πόθου μου.
Ίσως γι΄αυτό αγαπούσα τα ασαφή περιγράμματα,
είχα μία φυσική ροπή για το ακαθόριστο,
που είναι πάντα ελεύθερο και δεν φυλακίζεται.
Μόνο μου όπλο μία φωνή,
μία φωνή χωρίς ήχους και φθόγγους.
Μία φωνή, που ήξερε να εισχωρεί σαν το θείο
μες στης ψυχής τα μυστικά περάσματα
και τις νύχτες αγκάλιαζε τα φτωχά μου γράμματα κάτω απ΄το φως μίας θλιμμένης λάμπας.

Πέρασε η ώρα.
Άλλη μία μέρα έφυγε.
Ένα φως χρυσό  σε μακρινό κατάρτι αποχαιρετά τον κόσμο.
Πέρα βαθιά στον ορίζοντα,
λίγο μπλε,
λίγο αργυρό
και μία φωνή βουβή, απροσδιόριστη,
να αναζητά τον ωκεανό σου.

Κρυμμένο

Έψαχνα πάντα κάτι πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό,
γι΄αυτό και αναζήτησα αυτό που κρύβεται μέσα στο σύσκιο δάσος του μυαλού σου.
Εκεί περιπλανήθηκα για να τρυγήσω αναμνήσεις.
Μνήμες που πρόβαλαν μπροστά μου σαν γκρεμισμένα αγάλματα,
ξεθωριασμένες ανταύγειες πεπερασμένου χρόνου.
Μέσα μου το σκίρτημα ενός κόσμου, που ολοένα πέθαινε κι ανασταινόταν.
Οι φλέβες μου χτυπούσαν πάλι δυνατά, ρίζες δέντρων,
που πάλλονται στο άγγιγμα της φθινοπωρινής βροχής κάτω απ΄το χώμα.

Δεν μπόρεσα όμως τελικά να αντισταθώ στο φως.
Άνοιξα του ουρανού τα ψηλά βημόθυρα κι είδα του ήλιου τις αχτίδες
να διαγράφουν δαχτυλίδια στα ακροδάχτυλά σου.
Ήρθε τότε κι ένα ζευγάρι πουλιά με υγρά μάτια,
μυρωμένα απ΄την δροσιά του πρωινού.

Μην φοβάσαι τους ίσκιους, μου είπες.
Στο λυκαυγές του απείρου ο Θεός έχει φυλάξει για τους ποιητές
της νύχτας το υφάδι.
Το όμορφο μες στην ζωή, αν και βαθιά κρυμμένο, λάμπει πάντα,
φεγγερή τροχιά ενός αστεριού μες στο σκοτάδι.

Αύρα καλοκαιριού

Αύρα καλοκαιριού στο ακροθαλάσσι.
Ο ουρανός χρυσογάλαζη γάζα που τύλιγε στοργικά τον κόσμο.
Η ψυχή έψαχνε να βρει δροσιά κι ανάπαυση κάτω απ΄τις βουκαμβίλιες του δεκαπενταυγουστου.
Εμείς περπατούσαμε χωρίς να μιλάμε, μόνο νιώθαμε.
Αισθανόμασταν το χάδι του ήλιου πάνω στα πρασινωπά φύκια,
την αψάδα της αρμύρας στα λευκά βότσαλα .
Πάνω στο βράχο, λουσμένη στο φως,
η Παναγιά η Θαλασσινή κεντούσε για τα παιδιά και τους πονεμένους
λευκό στεφάνι με κοχύλια.

Δεν είχαμε πατρίδα, παρά μόνο μία καρδιά για οδηγό,
που αφουγκραζόταν τις νύχτες τους θρόους των άστρων.

Πως μείναμε έτσι ξεχασμένοι απ΄τη ζωή,
χωρίς φωνή,
με μόνη συντροφιά το τραγούδι των γλάρων .

Ίσως αυτοί που ήταν γύρω μας δεν μας κατάλαβαν,
ίσως κι εμείς κλειστήκαμε στο σιωπηλό κάστρο του μυαλού μας,
γιατί προτιμήσαμε το φως απ΄το σκοτάδι.

Δεν μας πειράζει, πονέσαμε με αξιοπρέπεια,
όσο έπρεπε,
μα δεν πάψαμε μες στην σιωπή
το τραγούδι της αγάπης να ακούμε.
Είναι γιατί τα βράδια,
κάτω από ένα αυγουστιάτικο παράθυρο,
σαν τους ποιητές και τα μικρά παιδιά,
με τ΄ όνειρο ενός ήλιου αγρυπνούμε.

Όνειρο

Από μικρή είχα ένα όνειρο κρυφό,
σε μια θάλασσα νυχτερινή με ξέπλεκα μαλλιά να αφεθώ,
χαϊδεύοντας του φεγγαριού το αντιφέγγισμα στο μαβί νερό.
Πόσο ακόμα θα περιμένω να περάσει αυτή η νύχτα ;
Για να λουστεί στο φως η ύπαρξή μου προσμένει πάντα εκείνη την αυγή.
Στου χρόνου μας τον όρθρο θα κελαηδά ένα λευκό πουλί,
στα μάτια θα αστράφτει μία ελπίδα.
Το εγώ θα έχει γίνει εσύ,κι όλο αυτό ένα εμείς καταμεσίς του ορίζοντα.
Η αγάπη που θα καρτερώ θα είναι,
αναμφίβολα.

Γράμματα

Σβήνει η μέρα.
Στον ουρανό ένας κινναβαρένιος ήλιος που πεθαίνει.
Η νύχτα γεννιέται απόψε στη λάμψη του αποσπερίτη.
Οι μνήμες υγρές, σαν τα κίτρινα δειλινά που άνθισαν απ΄την δροσιά στον κήπο.

Ένα βιβλίο ξεχασμένο στο παγκάκι.
Το ανοίγω και νιώθω στα κιτρινισμένα φύλλα τις άκρες των δαχτύλων σου.
Διαβάζω.
"Φως "
Ανάμεσα στο φι και στο ωμέγα λάμπει το χρώμα των ματιών σου.
Κάπου εκεί ανάμεσα στις λέξεις πλέκει τρίκλωνο στεφάνι η ποίηση, η σιωπή και η αγάπη.

Από μακριά ακούγεται το κουδούνι ενός ποδηλάτου.
Ο ταχυδρόμος, που σου΄φερνε της ζωής τα ρόδινα γράμματα, ακόμη περνά από εδώ.
Έλα να τον υποδεχθείς με εκείνο το βιολετί χαμόγελο, που σκορπούσε κάθε βράδυ στον ουρανό τα άστρα.

Άναψε τη λάμπα του ευλογημένου Σεπτέμβρη μας
να γεμίσουν η κάμαρα κι ο νους φτερουγίσματα αγγέλων.
Η ζωή είναι εδώ.
Σου στέλνει γράμματα ακόμη.
Μη φεύγεις , μείνε μαζί μου στο όνειρο.
Ποτέ δεν είναι αργά για να γεράσεις.

Εκείνες τις μέρες

Εκείνες τις μέρες, που στο βλέμμα έχω ένα καθαρό ουρανό
και στην καρδιά αισθήματα νοτισμένα από αρμύρα,
εκείνες τις μέρες, που η μοναξιά με καλημερίζει
τριαντάφυλλο στην πρωϊνή δροσιά ανοιχτό,
και η αγάπη σε ένα ψηλό παραθύρι περιμένει,
εκείνες τις μέρες ο κόσμος δεν με καταλαβαίνει .
Με ρωτούν πως έφτασα ως εδώ,
ποιό μονοπάτι ακολούθησα,της τρέλας ή της λογικής
και αυτό το ποίημα που σου χάρισα τι σημαίνει.

Είναι γιατί δεν έχουν έρθει στις νύχτες μου,
εκείνες τις ξεχωριστές, τις ευλογημένες
που ταξιδεύει η ψυχή μικρό πουλί
και μία ατλαζένια θάλασσα μου δίνει μαζί φως και πνοή .
Εκείνες τις μέρες,
που είναι σε σένα και στην ομορφιά του κόσμου αφιερωμένες.

Στην άκρη του κόσμου

Έλα να ταξιδέψουμε μαζί στην άκρη του κόσμου.
Εκεί θα μας περιμένει μία σιντεφένια θάλασσα
να μας διδάξει την πάμφωτη ομορφιά.
Βυθισμένη στο όνειρο η συνείδησή μας θα ξυπνά αργά και τρυφερά,
όπως τότε που τα παιδικά μας μάτια έβλεπαν πρώτη φορά
πως εξακτινώνεται το φως σε γλαυκά κρύσταλλα κάτω απ΄τα διάφανα νερά.
Παραδομένοι σε μία υδάτινη αγκαλιά
με ένα χαμόγελο ζεστό, προπτωτικό
θα τολμήσουμε την πρώτη μας ανάδυση.
Το χέρι μου αργυρή αχτίδα μες στο πέλαγο,
η μορφή σου άσπρο φτερούγισμα στον χρυσοφόρο ήλιο.
Κοχύλια και βότσαλα θα μαζεύουμε,
τη μέρα να στολίσουμε με στίχους.

Και όταν θα ξαποστάσουμε εκεί,
στην άκρη του κόσμου,
στο ακροθαλάσσι,
μην φοβηθείς,
ο θάνατος κι η μοναξιά θα έχουν προσπεράσει .

Πληγές

Παρακάλεσα να φυσήξει μία αύρα εσπερινή,
να πετάξει η ψυχή άσπρο περιστέρι,
λυτρωμένη απ΄το βάρος των λυγμών.

Το σώμα τώρα πια έγινε διάφανο κι αιθέριο,
και η μοναξιά, καρφί σε γαλάζιο τοίχο,
να διαχέει χρώματα, να σκορπά ιριδισμούς,
να ταξιδεύει το μυαλό.

Νιώθω κάτι παράξενο.
Αίμα σταλάζει
του δειλινού ο ολοπόρφυρος ουρανός.

Δεν με πειράζει.
Θα αναβρύσουν πάλι οι πληγές μου
ποίηση μαζί και φως.


Περαστικοί

Ψηλά σ΄ένα βαθύφωτο ουρανό,
εκεί που ένα βυσσινί σύννεφο όριζε τη μοίρα μας
τα περιστέρια ταξίδευαν να φέρουν πίσω την λησμονημένη μας ζωή .
Εσύ έβρεχες τα γυμνόποδα στην όχθη της σιωπής
κι η μοναξιά όλο και πλάταινε.
Μια μοναξιά ουράνια, τρυφερή, γαλαζωπή,
σαν την ανταύγεια ενός κεριού μέσα σε σκοτεινό ξωκκλήσι.

Η φαντασία μας έπλαθε αφηρημένα σχήματα,
ανθρώπινες φιγούρες να μας κρατάνε συντροφιά .
Γιατί μέσα στο όνειρο σμίξαμε με εκείνους που πραγματικά αγάπησαν,
που πέθαναν για ένα ιδανικό με μία απορία στο βλέμμα.

Άνθρωποι δίχως ονόματα, απλοί, περαστικοί,
που καρτερούσαν πάντα ένα βυσσινί σύννεφο.
Εκεί, όπως κι εμείς,
μάθαιναν  να αγαπούν, να τραγουδούν,
σαν περιστέρια να πετούν,
με μία μοναξιά για συντροφιά να ξεγελούν τη μοίρα .

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Aνάμεσα στις λέξεις

Θα παραμείνω και σήμερα στην γλυκιά μόνωσή μου.
Όπως κάθε βράδυ, θα αγρυπνώ περιπλανώμενη στων λέξεων το σύσκιο δάσος.
Θα αγαπήσω τα δένδρα.
Στα κλαδιά τους φωλιάζουν τα άστρα.
Κι εκεί κάπου ανάμεσα, η λήθη με πάλλευκη εσθήτα
Θα υφαίνει της αγάπης γλυκόπνοο τραγούδι.
Εκεί,ανάμεσα στις λέξεις,
που δένει ολόχρυσος ο καρπός και του δένδρου ο χυμός γίνεται του έρωτα μέλι,
η σιωπή μου, ροδιά πολύκαρπη,
θα απεκδυθεί την αλουργίδα της να πορφυρώσει τον κόσμο.

Και κάθε που η μορφή σου θα βασιλεύει σαν ήλιος στου ουρανού τα βάθη,
η ψυχή μου θα ανθίζει ψηλά ολόγιομο φεγγάρι.
Θα σου φωτίζει εκεί που πας,
τα βήματά σου θα χαιδεύει απαλά, μην κουρασθείς,στο νοτισμένο χώμα.

Οι λέξεις θα΄ναι φεγγερές,καμπάνες θα΄ναι γιορτινές.
Κάθε φορά που αγρυπνώ σ΄ ένα δάσος ζοφερό
να έχουν κάτι απ΄των αστεριών το ασημόλευκο χρώμα.

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Oι πέτρες

Οι πέτρες

Παιδί σαν ήμουν, είχα ένα όνειρο μικρό,
με της γης τις πέτρες να χτίσω μία εκκλησία στου ουρανού τον θόλο.
Τα χρόνια πέρασαν κι έμεινα απλά να τις κοιτάζω στοιβαγμένες ένα σωρό
στο λατομείο της θλίψης.

Ώσπου μία ημέρα βρήκε το λίκνο του εκεί ανάμεσα ένα κυκλάμινο λευκό,
παραμυθία στου κόσμου μου τα πλάτη.
Δεν ξέρω αν θα μπορέσω πια με τα άστρα να κρυφομιλώ,
μα οι πέτρες μου φλέβισαν του ουρανού το γαλανό.

Τώρα στο ποίημα μου έχω πάντα ένα κρυμμένο θησαυρό
ζαφείρια κι ένα ανθισμένο μονοπάτι.

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Μαρία



Απομεσήμερο.
Χρυσά κλαδιά στα δέντρα γύρω μας.
Και στον κήπο να ρομφίζει το θαλασσί το γιασεμί.
Μαρία, άνοιξε του κόσμου τα πλατιά παράθυρα
για να αγναντέψω του ήλιου το καθρέφτισμα στο πέλαγο,
τώρα που στο χαμόγελό σου το παιδικό ανθίζουν του ουρανού τα χρώματα.
Μόνο αυτή την ώρα μπορώ να νιώσω στη ματιά σου
της στιγμής το άπειρο.
Μόνο εσύ μπορείς να κάνεις τον γαλάζιο κήπο μου χρυσαφένια θάλασσα.