Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Η θάλασσα της νήψης

Πού είναι ένα σύννεφο να δώσει χρώμα απόψε στην ερήμωση ;
Κυλά το φως σε καταρράκτη ανάμεσα στα φύλλα της οδύνης.
Κουράστηκα, αλλά η ψυχή στο τέλος έβρισκε ανάπαυση,
γλάρος που αέναα φτερουγίζει πάνω από τη θάλασσα της νήψης.
Γι΄αυτό και ό, τι μου έλειψε, το χάρισα διπλό.
Αντιστάθηκα.
Σε αυτό το ταξίδι δεν κράτησα παρά μόνο δύο ανταύγειες πορφυρές,
τα δειλινά να μου θυμίζουν την τραγική ιλαρότητα της ύπαρξης.


Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Γαλάζιος άνεμος

Μιλούσε μέσα μας ένας γαλάζιος άνεμος τις νύχτες
και η ζωή μας, δάσος φωτισμένο κάτω από τα αστέρια.
Με το φτερό του κύκνου αναχωρούν της ευτυχίας οι στιγμές.
Ποθούμε σφιχτά να τις κρατήσουμε,
όπως αγκαλιάζει το νερό τα βότσαλα.
Μα είναι το πεπρωμένο, που χαράζει ανεξίτηλα τα ίχνη του
στου χρόνου μας τις όχθες.
Παρ΄όλα αυτά, δεν μπορέσαμε να αποφύγουμε
εκείνη την ασίγαστη επιθυμία για φυγή,
τη δίψα την ακόρεστη να μεταλάβει η ψυχή
στου ουρανού τους καταρράκτες.
Μην σταματάς λοιπόν να ελπίζεις.
Είναι οι λέξεις μας μία μυστική ανάγκη για στοργή,
σφυγμός που αδημονεί στο άπειρο να ακουσθεί,
και τα όνειρά μας πάντα εδώ,
λάμψεις γαλαζοπράσινες που τρέμουν στο βάθος του ορίζοντα.

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Φεγγάρι που σπιθίζει

Θα έρθεις σήμερα με μία θάλασσα κρυστάλλινη στα μάτια
κι ένα πουλί στο στήθος.
Ήλιος ζεστός οι λέξεις σου στο σώμα.
Πλάι στους φόβους μου ρόδο λευκό,
θυσία μικρή στην ομορφιά που φεύγει.
Περνά αδυσώπητα ο καιρός,
τον ουρανό όμως που γνώρισες, δεν θα τον λησμονήσεις.
Γι΄αυτό άλλωστε έζησες,
για να θυμάσαι πως είναι να αγαπάς τον άνθρωπο
στην πιο αγνή, στην πιο ιερή στιγμή του.

Κι όπως θα βυθιζόμαστε αργά μέσα στον χρόνο,
θα μένω να παρατηρώ το φως,
καθώς λούζει με ανταύγειες όλο το πρόσωπό σου.
Ίσως έτσι καταλάβω το τίμημα
για το πέρασμά μου το μοναχικό μέσα στην καταιγίδα.
Πού να βρει θρόνο η χαρά,
όταν η μοναξιά πέφτει συχνά χιόνι πυκνό στους ώμους ;

Θα έρθεις λοιπόν με μία αγκαλιά
και τα σμαράγδια του ουρανού στα χείλη.
Ο θάνατος, μίλια μακριά
και η ζωή,
φως ταπεινό,
φεγγάρι που σπιθίζει ανάμεσα στις λεύκες.

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Φλοίσβοι

Μες στη σιωπή ένα φως.
Δεν ακούγεται τίποτα άλλο,
μόνο το διάφανο φτερούγισμα του χρόνου.
Ήρθε πάλι η στιγμή που πρέπει να σκάψεις βαθιά μέσα σου
να βρεις εκείνο το κρυμμένο κοίτασμα από ήλιο.
Οι μέρες σου προβάλλουν, νησιά φωτεινά μες στην αιωνιότητα.
Πάντα αγαπούσες τις ώρες,
που αλλάζει χρώματα η θάλασσα κάτω από τα σύννεφα.
Και όταν κανείς δεν καταλάβαινε,
εσύ αναζητούσες να ψηλαφήσεις
τις φλέβες της πέτρας ανάμεσα στα ρόδα.
Παραμυθία στη λύπη το θυμίαμα της μνήμης.

Τώρα το φως σπαρταρά.
της νύχτας το μετάξι αγκαλιάζει τους ώμους ,
ακούς το κύμα που αποσύρεται αργά πάνω από τα βότσαλα.
Κι έχεις καταλάβει πως ήρθε ξανά εκείνη η στιγμή.
Τώρα που δεν έχουμε φτερά, αντέχουμε,
αντέχουμε να προχωρά η ζωή με φλοίσβους.

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

Το απρόσμενο

Σιωπή.
Νερά από σάπφειρο σκιρτούν,
η αθωότητα να φτερουγίζει μες στα μάτια.
Κι εσύ να βλέπεις το απέραντο σε όλη του την έκταση,
τόσο βαθύ, τόσο γαλάζιο.
Δεν ξέρεις πώς να αντικρίσεις το απρόσμενο.
Άλλες φορές να προσπαθείς να αντέξεις τον εαυτό σου
εκείνες τις ώρες τις σκληρές από γρανίτη.
Κι άλλοτε να περιμένεις τις μέρες, που σου υφαίνουνε τα σύννεφα.
Κύκλος η ζωή. Κι εμείς να αναρωτιόμαστε
πόσες φορές θα αλλάξει χρώματα μέσα μας η θάλασσα.
Τώρα που άπλωσε τις ρίζες της η μοναξιά
και τα αισθήματα έγιναν τρόπαια φωτεινά πάνω στα κλαδιά της,
θαρρώ το λένε εξαγνισμό αυτό το νούφαρο,
που πλέει τα βράδια στη λίμνη της οδύνης.
Κι αν δεν υπάρχει κάτι να ειπωθεί,
μάθαμε να βλέπουμε γαλήνια τα χρόνια να κυλούν,
όπως καθρεφτιζονται το πρωί τα πουλιά στο πέταγμά τους.

Έτσι μένει σ'έναν κόσμο από γκρίζο φως
να αναζητά στις φυλλωσιές μία ελπίδα η ψυχή,
και περιμένουμε το απρόσμενο,
τώρα που έγινε η αγάπη χαραυγή στο στήθος.

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Το μόνο που θυμάσαι

Είναι η ψυχή σου σήμερα φορτωμένη από ουρανό και θάλασσα.
Προσπαθείς για άλλη μία φορά να αντικρίσεις σιωπηλά το ωραίο και το απόλυτο,
όπως τα φλογισμένα σύννεφα της δύσης.
Απέναντι η ζωή σου.
Οι μνήμες αναδύονται αργά μέσα από τη βραδινή πάχνη,
έχουν μία γλυκιά ευωδιά από δάση νοτισμένα.
Ακόμα και της θλίψης οι στιγμές λειαίνονται σαν βότσαλα
κάτω απ΄του φεγγαριού το ώριμο ασήμι.
Μόνη σου έγνοια να δωρίζεσαι, όπως το φως στη νύχτα.
Και είναι αυτή η προσφορά μία θεϊκή ανταύγεια κροσσωτή
πάνω στο ταπεινό φθαρτό ένδυμά σου.

Κλείνεις τα μάτια και αφουγκράζεσαι της νύχτας τις ανάσες.
Η λύπη έχει διαλυθεί στη μεταξένια ομίχλη του μυαλού.
Σιωπάς, αισθάνεσαι.
Όλη η ζωή σε μία στιγμή.
Το μόνο που θυμάσαι,
μία αφρισμένη θάλασσα στεφανωμένη από άστρα .

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Μαρία

Μαρία, η αθωότητα και η ομορφιά, κύμα στο πρόσωπό σου.
Γύρω από τα ρόδα σου σιωπή,
στη μέση η ελπίδα, Παντάνασσα της πέτρας.
Γλυκαίνεις την αυγή με φτερουγίσματα,
δεν βρίσκει η θλίψη, όταν μιλάς,
νύχτα να καταφύγει .

Μαρία, να μην ξεχνάς πως, πάνω στης λήθης τον λαιμό
χτυπά κρυφά φλέβα η ζωή,
κι είναι κι εκείνο το γαλάζιό σου το φως,

τον θάνατο ξορκίζει.

Μαρία με τα ουράνια, τα σμαραγδιά
στα μάτια σου η θάλασσα .
Μπρος στο χαμόγελό σου εγώ, μικρό παιδί
και γύρω του λευκά πουλιά να πεταρίζουν.

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

Μνήμη

Όλο περίμενες την πρώτη αχτίδα του ήλιου να διαπεράσει την ψυχή.
Ίσως γι'αυτό να ζούσες σ'έναν κόσμο πλασμένο από βλέμματα.
Δεν έχεις μάθει να αντέχεις την απουσία.
Τα πρόσωπα που πέρασαν από τη ζωή σου,
όμοια με φωταγωγημένα πλοία,
αναχωρούνε σιωπηλά μέσα στη νύχτα.
Κι έρχεται να απλωθεί ο στεναγμός,
διάφανο κύμα στη φωνή σου.
Παρούσα η μοναξιά.
Δεν κάνει λάθη όμως η μνήμη.
Θυμάσαι τα αγγίγματα,
χνάρια που αφήνουν πάνω στην άμμο οι γλάροι .
Κι όταν ακούς τους θρόους της αυγής,
αλλάζουν τα νοήματα.
Κρυφομιλούν οι σκέψεις γλυκύτερα απ' τον άνεμο.

Μνήμη ακριβή, κεχριμπάρι απαλό,
μία προσευχή τυλιγμένη στου νου τα κλαδιά,
πώς με μαθαίνεις .
Πώς με μαθαίνεις κάθε φορά που λάμπει ο ήλιος πάνω από τη θάλασσα,
να μην δακρύζουνε τα μάτια.

Έλυα
Φωτογραφία Παναγιώτης Παπαθεοδωρόπουλος

Μια στιγμή

Απόψε μοιάζει η ζωή μου με ασήμι τυλιγμένο στης νύχτας το κατάρτι.
Ένα βελούδο απλώνεται η φωνή σου,
πάνω της θέλω να επιπλεύσω.
Ποτάμι έγινες μέσα μου,
που μου χαϊδεύει την ψυχή.
Στη διαφάνειά του καθρεφτίζονται τα άστρα της σιωπής μου.
Θα περιμένω όσο χρειαστεί,
να σε αγγίξω μες στο φως και μες στα χρώματα,
στον άνεμο να φανερωθούν τα άχραντα που κατέχεις.
Κι όταν θα αναδυθείς από της μνήμης τα περάσματα τα άφωτα,
ήλιοι θα ανθίζουν,
και το νερό, κρύσταλλα χρυσά πάνω στο σώμα.

Μόνο αυτό, να σου δωρίσω μια στιγμή.
Για σένα τα μαλλιά μου, φύλλα στη βροχή που ταξιδεύουν.
Είναι όμως η αιωνιότητα πάντοτε απρόσιτη, λευκή.
Και μένουν οι ανάσες μας έτσι αγγιγμένες απ'το φως,
χρυσές κλωστές πάνω από τη θάλασσα,
τον κόσμο τον εφήμερο να ομορφαίνουν.

Στίχοι μονώτατοι

Εκεί που τρέχουν τα σύννεφα να δώσουν σχήματα στην ομορφιά,
ο χρόνος φανερώνεται στο γαληνό καθρέφτισμα του ορίζοντα.
Όνειρα κρυφά, επιθυμίες μυστικές,ρόδα ολόφωτα,
που πλέετε ατάραχα για να ορίσετε της ύπαρξης το άφατο.
Από της σιωπής μου τα πετρώματα
αναβλύζει του Προφήτη Ηλία το νερό.
Μέρα γιορτής, που τόσο γρήγορα κυλάς
ανάμεσα στης βιοτής το διάφανο και το γαλάζιο.

Στίχοι μονώτατοι, που σας αισθάνθηκα
σαν του ουρανού την αγκαλιά,
παραμυθία της ψυχής το πέταγμα
για της αιωνιότητας το ανέγγιχτο.
Όταν περάσουν οι χειμώνες
και χρυσίσει κάποτε η αυγή,
κάτι θα μείνει .

Στίχοι μονώτατοι,
πεύκα που κυματίζετε στον ήλιο αθόρυβα,
πόσα σμαράγδια σήμερα σταλάξατε
μες στου μυαλού τη θάλασσα.

Το άρπισμα

Ιούνιος.
Ένα φως λευκό πάνω στους λόφους.
Τριγύρω μία γαλάζια αχλύ και οι ανάσες από τις ίριδες.
Μία ευωδιά στον αέρα από χώμα νοτισμένο.
Κι εσύ να ελπίζεις,
να περιμένεις πως κάποτε θα σταματήσει να καρπίζει η απώλεια.
Στον δρόμο της ζωής σου ένας ήχος από καμπάνες μακρινές.
Η πορεία σου πάντα μοναχική κάτω από τα φωτισμένα τόξα των πεύκων.

Δεν γίνεται όμως να αρνηθείς τον εαυτό σου.
Γιατί είναι η ψυχή σου πλασμένη από όνειρα, φτερωμένα, απαλά.
Και υπάρχει πάντα ένας αθώος ουρανός λευκός, που περιμένει.

Βαδίζεις δίχως να μιλάς.
Γύρω απ΄τα δέντρα υφαίνονται αθόρυβα οι εποχές.
Μες στη σιωπή μία μουσική,
τίποτε άλλο,
μία πορεία φωτεινή, μοναχική,
εσύ και το άρπισμα του χρόνου.

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Ό,τι έχει μείνει

Δύο φύλλα γυαλίζουν κάτω απ΄το φεγγάρι.
Ο μαλακός ήχος του νερού
κι ένα κουπί, θαρρείς σπασμένο,
σαν μια λευκή τρεμάμενη φτερούγα.
Σε μία λάμψη στιγμιαία ανακαλύπτεις τον εαυτό σου.
Είσαι όλη σιωπή.
Παρόλο που αφήνεις διαρκώς τα πράγματα μέσα σου να μιλήσουν.
Κι αυτοί οι κορμοί απ΄τις λεύκες που έβλεπες τις νύχτες,
αγάλματα ασημένια κάτω από τα αστέρια,
μία πρόσκληση για το άφθαρτο διαρκώς αναβλημένη.

Γνωρίζεις το φως.
Μα παραπαίεις σα νυχτοπεταλούδα ανάμεσα στους ίσκιους.
Ό,τι έχει μείνει, η ψυχή σου,
πίδακας φωτεινός που αλλάζει χρώματα
από το ελεητικό γαλάζιο ως το ρόδινο.
Η αναπνοή σου εύθραυστη και κραταιή σαν προσευχή,
γέφυρα απλωμένη πάνω απ΄τη θάλασσα της απορίας.
Κι ό,τι έχει μείνει, αγάπη.
Μόνο αγάπη.
Δεν έχεις τίποτα άλλο πιο μεγάλο,
πιο σπουδαίο να αντιτάξεις
απέναντι στη μαβιά αναχώρηση του ήλιου.

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Ένα φεγγάρι

Μία ησυχία γαληνή.
Οι λεύκες θροΐζουν στιγμιαία
χαϊδεύοντας τις παρυφές του απείρου.
Τα πάντα γύρω θαμπώνουν,
παραδίδονται σε μία γλυκιά αοριστία.
Τα δέντρα γίνονται φως,
το φως γίνεται θάλασσα
κι η θάλασσα παίρνει κάτι απ΄τη μορφή σου.
Την ώρα που στο μενεξεδί νερό καθρεφτίζονται διάσπαρτα τα αστέρια,
την ώρα που αισθάνομαι ως την ψυχή τη ζέστη της αφής σου,
κι ένα φεγγάρι βαθύ και σιωπηλό έρχεται να σε παρηγορήσει,
σαν άφεση για την προηγούμενη ζωή σου,
περνά τη γέφυρα ο χρόνος.
Και δεν γνωρίζεις πια τι θα πει μοναξιά,
παρά μόνο εισπνέεις ένα ατελεύτητο παρόν.
Αφήνεσαι έτσι απλά να τυλιχθείς
σε κείνη την αιθέρια γάζα του ονείρου.

Ίσως γι΄αυτό να περιμένεις όσο χρειασθεί
ν΄ακούσεις ένα θρόισμα, ένα φλοίσβο,
ίσως γι΄αυτό το ωραίο να μοιάζει με το φως το αχνόθωρο
ενός φάρου μακρινού.
Και δεν υπάρχει πια γιατί,
μόνο ένα άνθος λωτού πάνω στου κόσμου τη ρωγμή.
Στου μυαλού το θολερό τοπίο,
κάθε φορά που το αιώνιο θ΄αγγίζει την στιγμή,
θα υπάρχει κάπου ένα φεγγάρι ασημόλευκο, βαθύ,
που ξέρει πάντα την ψυχή μου να αλαφρώνει.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Τα πάθη τα σεπτά

Τα πάθη τα σεπτά ανατέλλει
του ξοδεμένου Απρίλη η χρυσωμένη μέρα.
Κύριε, δεν υπέμεινα την αδικία,
το ράπισμα δεν άντεξα,
πέρασα μέσα από την ερημία του χρόνου,
το τάλαντό Σου έκρυψα.
Ένας δρόμος ροδόσπαρτος,
ευρύς σαν θάλασσα,
δεν με άφηνε να δω του πόνου τα αγκάθια.
Μόνη παραμυθία στη σιωπή τα όνειρά μου,
που σπίθιζαν τις νύχτες απαλά,
εξομολογητικά σαν άστρα.

Κύριε, όσο και αν περιπλανήθηκα
στου λογισμού μου τον βαθύσκιωτο ελαιώνα,
τα χείλη μου δεν άγγιξαν τον σπόγγο με το όξος.
Μόνη μου σκάλα για τον ουρανό,
ένα ρυάκι φωτεινό,
γύρω απ΄τα πόδια Σου σαν ήλιοι
τα αναστημένα ξέπλεκα μαλλιά μου.

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Εξιλέωση

Οι πηγές των ματιών σου έχουν κάτι απ΄τη δροσιά του πρωινού.
Γύρω τους περιφέρομαι σαν φως γαλαζωπό,
που αδημονεί να απαλύνει τη σκιά του.
Κι εκείνα τα χάδια σου τα φωτεινά,
φάροι εαρινοί τα χνάρια τους γύρω απ΄την ύπαρξή μου.

Στάσου να δεις,
στην άκρη της ζωής ροδίζει πάντα ο χρόνος,
όπως το λιόγερμα ο ουρανός.
Και τα βράδια παντού νερά διάφανα, τοπία σιωπηλά.
Καθώς τα πράγματα περνούν κάτω απ΄τη σελήνη αυγασμένα,
τα άστρα υφαίνουν το μετάξι τους,

ύστατη εξιλέωση στο θαύμα της αγάπης.
Μόνος μας πόθος ένας θόλος φεγγερός τη χαραυγή.
Το ξέρουμε, ροδίζει ο ουρανός
κάθε φορά που ρίχνει τα πληγωμένα ανθόφυλλα η ψυχή.

Αγάπησέ με,
όσο κι αν είμαι πλασμένη από χώμα,
υπάρχει μέσα μου κρυμμένη μία πνοή.
Βοήθησέ με να αγαπήσω, να αναληφθώ,
δεν έχω ανάγκη πια το σώμα.

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Όλα εκεί

Όλα εκεί, στην ώρα τους.
Ο πορφυρός δίσκος του ήλιου, που ορίζει με ενάργεια
τη θέση σου στο χώμα.
Μες στην εσπερινή υγρασία τα πράγματα να θαμπώνουν,
μία ασάφεια δακρυσμένης δροσιάς,
να αισθάνεσαι πως είσαι και δεν είσαι.
Kι όταν κοιτάς τα σύννεφα,
φευγαλέα σαν τη ζωή σου,
να νιώθεις πως η μοναξιά έχει απόψε μία ανταύγεια χρυσορόδινη
για να είναι πιο υποφερτή,
για να σου αφιερώσει ακόμη μία φορά την άυλη ομορφιά της .

Πιο πέρα κάποια φώτα αφηρημένα, απόμακρα ανάβουν
για να σου μάθουν πως, κάθε φορά που θες να βυθιστείς στο όνειρο,
πρέπει και πάλι να σιωπήσεις.
Ένα κλαδί ελιάς που κόβει στα δύο τον ουρανό,
λες για ν΄αφουγκρασθεί ο Θεός το θρόισμα απ΄τις πολύφυλλες ψυχές μας.

Όλα εκεί, στην ώρα τους.
Οι στίχοι σου αφημένοι στο χαρτί,
το εύθραυστο φως του δειλινού πάνω στους ώμους, στα μαλλιά,
ο αέρας που αργοσαλεύει στο σύθαμπο.
Και μία αίσθηση αδιόρατη, σχεδόν μεταφυσική,
πως μέσα απ΄τη γραφή σου πράγματι υπήρξες .

Αναλαμπές

Ψηλά στον ουρανό, εκεί που σμίγουν τα δέντρα με τα σύννεφα,
φώτα βαθύχρωμα, μοναχικά που τρεμοσβήνουν.
Οι αργυρές ανάσες του νερού κάτω απ΄το φεγγαρόφωτο.
Κι εσύ πνοή, που αναπάλλεται στη σιγαλιά της νύχτας .

Θα περιμένω πότε θα γίνεις αχτίδα, να αγγίξω το φως.
Γιατί, κάθε φορά που έρχομαι αντιμέτωπη
με της θνητότητας το ωχρό φθινόπωρο ,
θυμάμαι τα μάτια σου,
λευκές φτερούγες αθωότητας, που κάτω απ΄τον ήλιο λαμπυρίζουν.
Το πρόσωπό σου γλυκιά παραμυθία,
να καθρεφτίζει το οπάλι του ουρανού.

Κι όταν βαδίζω μες στο σκοτάδι, δεν θα φοβάμαι.
Θα μου φωτίζει το διάπυρο ρόδο σου.
Ξέρει ο Θεός πότε δίνει τη χάρη Του και ιριδίζουν οι ψυχές μας.
Οι φόβοι, κύματα ορμητικά,
που σπάνε απόψε στου μόλου την άκρη.
Τι κι αν τ΄άστρα βυθίζονται μέσα στο νερό,
θα περιμένω πότε θα γίνεις αχτίδα, θα γίνεις πνοή.
Γιατί μες στην αγάπη φέγγουν ακόμη οι αθάνατες αναλαμπές μας.

Το βότσαλο

Το σβήσιμο της μέρας.
Παντού μία μεταξένια θύμιση.
Kάτι από μενεξεδί, κάτι από ρόδινο.
Στο απόδειπνό τους τ΄άστρα, πέταλα του ουρανού,
που ριγούν καθώς βυθίζεται ο χρόνος.
Η απουσία σου νοτίζει το χαρτί.
Να γιατί πάντα ήθελα να αγγίζει τον βράχο μου απαλά η θάλασσά σου,
στης νύχτας τον σπασμό να με τυλίγει το διάφανό σου κύμα.

Τώρα όμως που μ΄εγκατέλειψε το φως σου,
δεν ξέρω σε ποιάς λέξης τη σκιά να χαθώ για να ειρηνεύσω.
Μόνη μου έγνοια, τη δική σου την αφή τη φωτεινή
να αισθανθώ στο ζοφερό χαρτί.

Πάλι βραδιάζει.
Κάπου μακριά ραγίζει ο γυάλινός μας χρόνος.
Και μένει μία θάλασσα στα χείλη, στο μυαλό.
Στον ουρανό άστρο που τρεμοφέγγει η μορφή σου.
Κι όλη η ζωή μου αυτό το ποίημα,
βότσαλο άσπρο και στιλπνό,
που ανέσυρε η μνήμη απόψε απ΄τον δικό σου το βυθό.

Ήλεκτρο

Το κεχριμπάρι σου απλωμένο στον ουρανό.
Ο αέρας από τα ανοιχτά με το άρωμα της φτέρης.
Οι επιθυμίες σήμερα, βάρκες που περνούν σιωπηλά
κυνηγώντας τους ίσκιους στο νερό.
Πόσο δύσκολο είναι αλήθεια να παραμείνουμε άτρωτοι ;
Tα χέρια μας κλαδιά ιτιάς στην όχθη του εφήμερου.
Γιατί είναι οι ζωές μας ποτάμια που ξεχύνονται αέναα στου κόσμου τη θάλασσα.

Aπόψε όμως που γράφω,
νομίζω πως πλέουμε σε μία διάρκεια γαλάζια, αυτόφωτη.
Της αγωνίας η ομίχλη έχει πια διαλυθεί
και του Θεού η πνοή έχει διώξει μακριά το θαμπό και το γκρίζο.
Κι όπως αρχίζει να βραδιάζει,
η επιθυμία σου λαμπυρίζει στο μισόφωτο σαν ήλεκτρο.
Είναι που έχεις απλώσει τα κλαδιά σου μες στη φθαρτή μου γραφή.
Πάνω από δύο ποτάμια χρυσά φέγγει η ζωή
κι ανθίζει σαν άστρο τη νύχτα το ανείπωτο.

Εκείνο το βλέμμα

Εκείνο το βλέμμα που μοιράστηκες.
Στραμμένο εκεί που ανοίγει ο γκρίζος ουρανός
και πέφτουν σταγόνες από φως, καθώς πετούνε τα πουλιά.
Κι όταν ακούς μες στην απόλυτη ησυχία μίας μουσικής τις νότες,
σαν δύο βότσαλα που πέφτουν στα νερά και σχηματίζουν κύκλους,
κύκλους που απλώνονται κι έπειτα αργοσβήνουν,
τότε καταλαβαίνεις.
Τότε μαθαίνεις πως κι η θλίψη έχει τα γαλάζια χρώματά της
και πως μία προσευχή αρκεί για να διασχίσεις τις έρημες και κρυσταλλένιες νύχτες.

Εξάλλου, όσο κι αν αγκιστρώνεσαι στο σώμα,
τη δυνατή και τρυφερή σου ρίζα,
η ψυχή πάντα θα βρίσκει τόπο να επιστρέφει.

Γι΄αυτό μείνε μαζί μου ως το τέλος.
Το όμορφο και το αληθινό είναι βαθιά κρυμμένα.
Έλα να μοιραστούμε αυτό το βλέμμα.
Κοίτα τον ουρανό,
πως φτερουγίζει πλάι μας ο χρόνος ...

Λουλούδι ραγισμένο

Mνήμη.
Ένα φως αχνορόδινο.
Κι εκείνο το φλογισμένο δειλινό,

που μ΄αγκάλιαζες σφιχτά με την σιωπή σου.
Απ΄τη δροσιά κυλούσαν δάκρυα στα δέντρα,
κι εγώ να πλάθω σε σχήματα τη μοναξιά 

προσπαθώντας να διώξω μακριά τη θλίψη.
Ο θάνατος ένα γυάλινο λουλούδι,
τα δάχτυλά μου τώρα που σφίγγουν το μολύβι κι αγγίζουν το χαρτί,
σκορπούν μακριά τη γύρη του.

Το ξέρω,
μπορεί να είναι δύσκολο να πορεύεσαι με μία άγρυπνη ψυχή,
ο πόνος είναι πιο βαθύς
και τα αισθήματα, φύλλα ωχρά, που σκορπά η βροχή στους δρόμους.
Η αγάπη σου όμως απόψε μοιάζει ευλογία στην ουράνια διαφάνεια της νύχτας.
Μπορείς να λάμψεις το γαλάζιο σου,
να γίνεις ανάσα, να γίνεις μουσική,
να ξεχυθείς σαν άνεμος εσπερινός μες στα μαλλιά μου.


Μόνο να μη ξεχάσεις να μ΄αγκαλιάσεις σφιχτά με κείνη την σιωπή.
Κι όσο κι αν η ζωή μου μοιάζει κάποτε με δάσος δακρυσμένο,
πάντα πλάι στους στίχους μου θα μένει μία πνοή,
                         κι ο θάνατος λουλούδι ραγισμένο.

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Θλίψη

Η θλίψη άναψε πάλι το άστρο της στον ουρανό.
Μία ησυχία υγρή και απαλή,
μόνο ο ήχος της βροχής,
δάκρυα αργυρά πάνω στα φύλλα.
Θα ήθελα να μην ματώνω,
να βαδίζω χωρίς φόβο μες στην κατάφωτη νύχτα σου.
Το πρόσωπό σου ένα θολό φεγγάρι,
μία λεπίδα από φως, που με σημαδεύει.
Και όλες μου οι αισθήσεις παραδομένες στην διάφανη μουσική σου.
Αντανακλάς ολόκληρος το απέραντο.
Μία οπτασία είσαι, ένα κύμα μυστικό,
κι εγώ να προσδοκώ το θαύμα σου στην αναδίπλωσή του.

Παλεύω πάλι τώρα που βραδιάζει,
ίσως τρέμω,
είναι κι αυτή η βροχή,
ένας αδιόρατος σπαραγμός, καθώς το σώμα απ΄την ψυχή χωρίζει.
Κι αν γράφω ποιήματα, είναι γιατί μέσα μου εκείνο το μικρό παιδί,
ακόμα και στην πιο βαθιά χαρά του,
δεν παύει να αγαπά και να δακρύζει.

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

Oι ψίθυροι σου οι γαλάζιοι

Απόψε οι ψίθυροί σου οι γαλάζιοι ήρθαν να με ταξιδέψουν.
Κι είναι ο παλμός μου γλάρος, που φτερουγίζει τρυφερά γύρω απ΄την αναπνοή σου.
Καθώς στις φλέβες μου κυλά αδιάκοπα το φως σου,
ανασκιρτώ ολόκληρη στο ανάκρουσμα της μουσικής σου.
Η αγάπη σου ένα πλοίο, που διασχίζει αργά και αθόρυβα τον χρόνο,
τα δάχτυλά μου να ψηλαφούν μες στο σκοτάδι την φεγγοβολή σου.
Έτσι επιπλέουν τις νύχτες οι ψυχές αγγελικά ανάμεσα σε χρώματα και φώτα.

Μίλησέ μου, να αισθανθώ πως με θωπεύει η σιωπή σου.
Κι όταν η θάλασσά σου απλώνεται μπροστά μου,
θα παραμένω πλάι το γαληνό σου ακρωτήρι.
Γιατί κάθε φορά που ποθώ να εγκαταλείψω εκείνο το φθαρμένο σώμα,
οι ψίθυροί σου οι γαλάζιοι μ΄αγκαλιάζουν απαλά,
ταξίδι δίχως τελειωμό στου ουρανού το δώμα.