Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Εξιλέωση

Οι πηγές των ματιών σου έχουν κάτι απ΄τη δροσιά του πρωινού.
Γύρω τους περιφέρομαι σαν φως γαλαζωπό,
που αδημονεί να απαλύνει τη σκιά του.
Κι εκείνα τα χάδια σου τα φωτεινά,
φάροι εαρινοί τα χνάρια τους γύρω απ΄την ύπαρξή μου.

Στάσου να δεις,
στην άκρη της ζωής ροδίζει πάντα ο χρόνος,
όπως το λιόγερμα ο ουρανός.
Και τα βράδια παντού νερά διάφανα, τοπία σιωπηλά.
Καθώς τα πράγματα περνούν κάτω απ΄τη σελήνη αυγασμένα,
τα άστρα υφαίνουν το μετάξι τους,

ύστατη εξιλέωση στο θαύμα της αγάπης.
Μόνος μας πόθος ένας θόλος φεγγερός τη χαραυγή.
Το ξέρουμε, ροδίζει ο ουρανός
κάθε φορά που ρίχνει τα πληγωμένα ανθόφυλλα η ψυχή.

Αγάπησέ με,
όσο κι αν είμαι πλασμένη από χώμα,
υπάρχει μέσα μου κρυμμένη μία πνοή.
Βοήθησέ με να αγαπήσω, να αναληφθώ,
δεν έχω ανάγκη πια το σώμα.

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Όλα εκεί

Όλα εκεί, στην ώρα τους.
Ο πορφυρός δίσκος του ήλιου, που ορίζει με ενάργεια
τη θέση σου στο χώμα.
Μες στην εσπερινή υγρασία τα πράγματα να θαμπώνουν,
μία ασάφεια δακρυσμένης δροσιάς,
να αισθάνεσαι πως είσαι και δεν είσαι.
Kι όταν κοιτάς τα σύννεφα,
φευγαλέα σαν τη ζωή σου,
να νιώθεις πως η μοναξιά έχει απόψε μία ανταύγεια χρυσορόδινη
για να είναι πιο υποφερτή,
για να σου αφιερώσει ακόμη μία φορά την άυλη ομορφιά της .

Πιο πέρα κάποια φώτα αφηρημένα, απόμακρα ανάβουν
για να σου μάθουν πως, κάθε φορά που θες να βυθιστείς στο όνειρο,
πρέπει και πάλι να σιωπήσεις.
Ένα κλαδί ελιάς που κόβει στα δύο τον ουρανό,
λες για ν΄αφουγκρασθεί ο Θεός το θρόισμα απ΄τις πολύφυλλες ψυχές μας.

Όλα εκεί, στην ώρα τους.
Οι στίχοι σου αφημένοι στο χαρτί,
το εύθραυστο φως του δειλινού πάνω στους ώμους, στα μαλλιά,
ο αέρας που αργοσαλεύει στο σύθαμπο.
Και μία αίσθηση αδιόρατη, σχεδόν μεταφυσική,
πως μέσα απ΄τη γραφή σου πράγματι υπήρξες .

Αναλαμπές

Ψηλά στον ουρανό, εκεί που σμίγουν τα δέντρα με τα σύννεφα,
φώτα βαθύχρωμα, μοναχικά που τρεμοσβήνουν.
Οι αργυρές ανάσες του νερού κάτω απ΄το φεγγαρόφωτο.
Κι εσύ πνοή, που αναπάλλεται στη σιγαλιά της νύχτας .

Θα περιμένω πότε θα γίνεις αχτίδα, να αγγίξω το φως.
Γιατί, κάθε φορά που έρχομαι αντιμέτωπη
με της θνητότητας το ωχρό φθινόπωρο ,
θυμάμαι τα μάτια σου,
λευκές φτερούγες αθωότητας, που κάτω απ΄τον ήλιο λαμπυρίζουν.
Το πρόσωπό σου γλυκιά παραμυθία,
να καθρεφτίζει το οπάλι του ουρανού.

Κι όταν βαδίζω μες στο σκοτάδι, δεν θα φοβάμαι.
Θα μου φωτίζει το διάπυρο ρόδο σου.
Ξέρει ο Θεός πότε δίνει τη χάρη Του και ιριδίζουν οι ψυχές μας.
Οι φόβοι, κύματα ορμητικά,
που σπάνε απόψε στου μόλου την άκρη.
Τι κι αν τ΄άστρα βυθίζονται μέσα στο νερό,
θα περιμένω πότε θα γίνεις αχτίδα, θα γίνεις πνοή.
Γιατί μες στην αγάπη φέγγουν ακόμη οι αθάνατες αναλαμπές μας.

Το βότσαλο

Το σβήσιμο της μέρας.
Παντού μία μεταξένια θύμιση.
Kάτι από μενεξεδί, κάτι από ρόδινο.
Στο απόδειπνό τους τ΄άστρα, πέταλα του ουρανού,
που ριγούν καθώς βυθίζεται ο χρόνος.
Η απουσία σου νοτίζει το χαρτί.
Να γιατί πάντα ήθελα να αγγίζει τον βράχο μου απαλά η θάλασσά σου,
στης νύχτας τον σπασμό να με τυλίγει το διάφανό σου κύμα.

Τώρα όμως που μ΄εγκατέλειψε το φως σου,
δεν ξέρω σε ποιάς λέξης τη σκιά να χαθώ για να ειρηνεύσω.
Μόνη μου έγνοια, τη δική σου την αφή τη φωτεινή
να αισθανθώ στο ζοφερό χαρτί.

Πάλι βραδιάζει.
Κάπου μακριά ραγίζει ο γυάλινός μας χρόνος.
Και μένει μία θάλασσα στα χείλη, στο μυαλό.
Στον ουρανό άστρο που τρεμοφέγγει η μορφή σου.
Κι όλη η ζωή μου αυτό το ποίημα,
βότσαλο άσπρο και στιλπνό,
που ανέσυρε η μνήμη απόψε απ΄τον δικό σου το βυθό.

Ήλεκτρο

Το κεχριμπάρι σου απλωμένο στον ουρανό.
Ο αέρας από τα ανοιχτά με το άρωμα της φτέρης.
Οι επιθυμίες σήμερα, βάρκες που περνούν σιωπηλά
κυνηγώντας τους ίσκιους στο νερό.
Πόσο δύσκολο είναι αλήθεια να παραμείνουμε άτρωτοι ;
Tα χέρια μας κλαδιά ιτιάς στην όχθη του εφήμερου.
Γιατί είναι οι ζωές μας ποτάμια που ξεχύνονται αέναα στου κόσμου τη θάλασσα.

Aπόψε όμως που γράφω,
νομίζω πως πλέουμε σε μία διάρκεια γαλάζια, αυτόφωτη.
Της αγωνίας η ομίχλη έχει πια διαλυθεί
και του Θεού η πνοή έχει διώξει μακριά το θαμπό και το γκρίζο.
Κι όπως αρχίζει να βραδιάζει,
η επιθυμία σου λαμπυρίζει στο μισόφωτο σαν ήλεκτρο.
Είναι που έχεις απλώσει τα κλαδιά σου μες στη φθαρτή μου γραφή.
Πάνω από δύο ποτάμια χρυσά φέγγει η ζωή
κι ανθίζει σαν άστρο τη νύχτα το ανείπωτο.

Εκείνο το βλέμμα

Εκείνο το βλέμμα που μοιράστηκες.
Στραμμένο εκεί που ανοίγει ο γκρίζος ουρανός
και πέφτουν σταγόνες από φως, καθώς πετούνε τα πουλιά.
Κι όταν ακούς μες στην απόλυτη ησυχία μίας μουσικής τις νότες,
σαν δύο βότσαλα που πέφτουν στα νερά και σχηματίζουν κύκλους,
κύκλους που απλώνονται κι έπειτα αργοσβήνουν,
τότε καταλαβαίνεις.
Τότε μαθαίνεις πως κι η θλίψη έχει τα γαλάζια χρώματά της
και πως μία προσευχή αρκεί για να διασχίσεις τις έρημες και κρυσταλλένιες νύχτες.

Εξάλλου, όσο κι αν αγκιστρώνεσαι στο σώμα,
τη δυνατή και τρυφερή σου ρίζα,
η ψυχή πάντα θα βρίσκει τόπο να επιστρέφει.

Γι΄αυτό μείνε μαζί μου ως το τέλος.
Το όμορφο και το αληθινό είναι βαθιά κρυμμένα.
Έλα να μοιραστούμε αυτό το βλέμμα.
Κοίτα τον ουρανό,
πως φτερουγίζει πλάι μας ο χρόνος ...

Λουλούδι ραγισμένο

Mνήμη.
Ένα φως αχνορόδινο.
Κι εκείνο το φλογισμένο δειλινό,

που μ΄αγκάλιαζες σφιχτά με την σιωπή σου.
Απ΄τη δροσιά κυλούσαν δάκρυα στα δέντρα,
κι εγώ να πλάθω σε σχήματα τη μοναξιά 

προσπαθώντας να διώξω μακριά τη θλίψη.
Ο θάνατος ένα γυάλινο λουλούδι,
τα δάχτυλά μου τώρα που σφίγγουν το μολύβι κι αγγίζουν το χαρτί,
σκορπούν μακριά τη γύρη του.

Το ξέρω,
μπορεί να είναι δύσκολο να πορεύεσαι με μία άγρυπνη ψυχή,
ο πόνος είναι πιο βαθύς
και τα αισθήματα, φύλλα ωχρά, που σκορπά η βροχή στους δρόμους.
Η αγάπη σου όμως απόψε μοιάζει ευλογία στην ουράνια διαφάνεια της νύχτας.
Μπορείς να λάμψεις το γαλάζιο σου,
να γίνεις ανάσα, να γίνεις μουσική,
να ξεχυθείς σαν άνεμος εσπερινός μες στα μαλλιά μου.


Μόνο να μη ξεχάσεις να μ΄αγκαλιάσεις σφιχτά με κείνη την σιωπή.
Κι όσο κι αν η ζωή μου μοιάζει κάποτε με δάσος δακρυσμένο,
πάντα πλάι στους στίχους μου θα μένει μία πνοή,
                         κι ο θάνατος λουλούδι ραγισμένο.