Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Ό,τι έχει μείνει

Δύο φύλλα γυαλίζουν κάτω απ΄το φεγγάρι.
Ο μαλακός ήχος του νερού
κι ένα κουπί, θαρρείς σπασμένο,
σαν μια λευκή τρεμάμενη φτερούγα.
Σε μία λάμψη στιγμιαία ανακαλύπτεις τον εαυτό σου.
Είσαι όλη σιωπή.
Παρόλο που αφήνεις διαρκώς τα πράγματα μέσα σου να μιλήσουν.
Κι αυτοί οι κορμοί απ΄τις λεύκες που έβλεπες τις νύχτες,
αγάλματα ασημένια κάτω από τα αστέρια,
μία πρόσκληση για το άφθαρτο διαρκώς αναβλημένη.

Γνωρίζεις το φως.
Μα παραπαίεις σα νυχτοπεταλούδα ανάμεσα στους ίσκιους.
Ό,τι έχει μείνει, η ψυχή σου,
πίδακας φωτεινός που αλλάζει χρώματα
από το ελεητικό γαλάζιο ως το ρόδινο.
Η αναπνοή σου εύθραυστη και κραταιή σαν προσευχή,
γέφυρα απλωμένη πάνω απ΄τη θάλασσα της απορίας.
Κι ό,τι έχει μείνει, αγάπη.
Μόνο αγάπη.
Δεν έχεις τίποτα άλλο πιο μεγάλο,
πιο σπουδαίο να αντιτάξεις
απέναντι στη μαβιά αναχώρηση του ήλιου.

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Ένα φεγγάρι

Μία ησυχία γαληνή.
Οι λεύκες θροΐζουν στιγμιαία
χαϊδεύοντας τις παρυφές του απείρου.
Τα πάντα γύρω θαμπώνουν,
παραδίδονται σε μία γλυκιά αοριστία.
Τα δέντρα γίνονται φως,
το φως γίνεται θάλασσα
κι η θάλασσα παίρνει κάτι απ΄τη μορφή σου.
Την ώρα που στο μενεξεδί νερό καθρεφτίζονται διάσπαρτα τα αστέρια,
την ώρα που αισθάνομαι ως την ψυχή τη ζέστη της αφής σου,
κι ένα φεγγάρι βαθύ και σιωπηλό έρχεται να σε παρηγορήσει,
σαν άφεση για την προηγούμενη ζωή σου,
περνά τη γέφυρα ο χρόνος.
Και δεν γνωρίζεις πια τι θα πει μοναξιά,
παρά μόνο εισπνέεις ένα ατελεύτητο παρόν.
Αφήνεσαι έτσι απλά να τυλιχθείς
σε κείνη την αιθέρια γάζα του ονείρου.

Ίσως γι΄αυτό να περιμένεις όσο χρειασθεί
ν΄ακούσεις ένα θρόισμα, ένα φλοίσβο,
ίσως γι΄αυτό το ωραίο να μοιάζει με το φως το αχνόθωρο
ενός φάρου μακρινού.
Και δεν υπάρχει πια γιατί,
μόνο ένα άνθος λωτού πάνω στου κόσμου τη ρωγμή.
Στου μυαλού το θολερό τοπίο,
κάθε φορά που το αιώνιο θ΄αγγίζει την στιγμή,
θα υπάρχει κάπου ένα φεγγάρι ασημόλευκο, βαθύ,
που ξέρει πάντα την ψυχή μου να αλαφρώνει.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Τα πάθη τα σεπτά

Τα πάθη τα σεπτά ανατέλλει
του ξοδεμένου Απρίλη η χρυσωμένη μέρα.
Κύριε, δεν υπέμεινα την αδικία,
το ράπισμα δεν άντεξα,
πέρασα μέσα από την ερημία του χρόνου,
το τάλαντό Σου έκρυψα.
Ένας δρόμος ροδόσπαρτος,
ευρύς σαν θάλασσα,
δεν με άφηνε να δω του πόνου τα αγκάθια.
Μόνη παραμυθία στη σιωπή τα όνειρά μου,
που σπίθιζαν τις νύχτες απαλά,
εξομολογητικά σαν άστρα.

Κύριε, όσο και αν περιπλανήθηκα
στου λογισμού μου τον βαθύσκιωτο ελαιώνα,
τα χείλη μου δεν άγγιξαν τον σπόγγο με το όξος.
Μόνη μου σκάλα για τον ουρανό,
ένα ρυάκι φωτεινό,
γύρω απ΄τα πόδια Σου σαν ήλιοι
τα αναστημένα ξέπλεκα μαλλιά μου.