Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

Αγρυπνία

Απόγευμα.
Τριγύρω ξέπνοα φύλλα να αναστέλλουν τη θλίψη.
Είμαι μία ρίζα ασθενική,
που ψάχνει να βρει φως για να βλαστήσει.
Ένα πουλί πετά μες στο δωμάτιο,
σκορπά, γύρη χρυσή, ο χρόνος.
Από αλήθεια ανυψώνονται τα πράγματα,
από αγάπη ανασταίνονται σε ιδέες.
Μέσα σε λάμψεις γκριζοπράσινες πεθαίνει ήσυχα
το σκοτάδι της σιωπής μου.

Αποχωρώ.
Η νύχτα απλώνει στο μυαλό τις μυστικές πηγές της.
Το ημίφως παίρνει τις σωστές διαστάσεις του,
σχεδιάζει θάλασσες, νησιά στις άκρες των δαχτύλων.
Η αγρυπνία, σημαίνον της πληρότητας.
Η ώρα είναι τρεις,
γράφω
και τα κεριά μου δεν είναι πια σβησμένα.