Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Ποίηση και Φιλοσοφία, οι δύο όψεις της οντολογικής αυτοπραγμάτωσης, Έλυα Βερυκίου

Η διερεύνηση της σχέσης της ποίησης με τη φιλοσοφία υπήρξε ανέκαθεν πεδίο μίας γοητευτικής αναζήτησης, που ξεκίνησε από τον Πλάτωνα, πέρασε από τη φορμαλιστική κριτική και τον κύκλο της Πράγας, τη σημειωτική και τον αποδομισμό και συνεχίζεται ως τις μέρες μας. Ποίηση και φιλοσοφία νοούνται ως δύο διαφορετικές απόπειρες αυτοπραγμάτωσης, βασιζόμενες η πρώτη στη δύναμη της παραστασιακής και η δεύτερη στην ένταση της κατανοητικής σκέψης . Στην ουσία δεν πρόκειται για αντίστιξη εννοιών, αλλά για σύγκλιση, αφού τόσο η ποίηση σε επίπεδο γλώσσας, όσο και η σκέψη σε επίπεδο φιλοσοφίας προσεγγίζουν τη δομική σύσταση του κόσμου ως περισσυλογή νοήματος και αναλαμβάνουν την ευθύνη της διερώτησης, της απορίας. Τα κατεξοχήν εργαλεία τους, η φαντασία και ο λόγος, εκπληρώνουν το « παριστάνειν» και το «κατανοείν» συνεργαζόμενα με σκοπό τη «φανέρωση του Είναι» κατά τον Έγελο. Τρέπουν επομένως τα γεγονότα, τα οποία βρίσκονται αρχικά λησμονημένα σε μία αποσπασματική υποκειμενικότητα ή αντικειμενικότητα προς την α-λήθεια: o λανθάνων λόγος κλιμακώνει ποιητικά την έντασή του για να μη βυθιστεί στη λήθη.   
Το « ομιλείν » για τον Χάιντεγκερ είναι η ανθρώπινη ουσία, η οποία έρχεται στον εαυτό της ως ιδιοσυμβάν της γλώσσας, ως ιδιο-ποίηση του εσωτερικού. Είναι δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο ο θνητός λέγει την ουσία του σύμφωνα με τον ρυθμό της « αυθεντικής ποίησης ». Αυτός ο ρυθμός αποτελεί και την αρχέγονη γλώσσα του νοήματος, ενώ καταδεικνύει τη γειτνίαση της σκέψης με την ποίηση ως οντολογική συνείδηση της ανθρώπινης ύπαρξης.
Για τον Χέγκελ η φύση της Ιδέας βρίσκεται μέσα στην ποίηση ως διαφάνεια ενός άρρηκτα συναρθρωμένου ποιητικού όλου, που δεν παύει να αυτο-ερμηνεύεται. Η ουσία των πραγμάτων ενυπάρχει στην ουσία της γλώσσας. Κατά τον Καντ επίσης, η αντιληπτικότητα εδράζεται εντός της ανθρώπινης διανοίας, έτσι η εμπειρική πραγματικότητα δεν μπορεί να καταδηλωθεί. Συνεπώς η ποίηση, και όχι η φιλοσοφική λογική ή η γλωσσολογία, κομίζει τη δυνατότητα αποσύνδεσης της γλώσσας από το γίγνεσθαι, του ονόματος από την έννοια. Χάρη στην ποίηση του Ρεμπώ και του Μαλλαρμέ η ποιητική γλώσσα καθίσταται μία απέριοριστα ανανεωτική και συνεκδοχική δομή. Η υφή και το άρωμα του ρόδου αποδίδονται στη λέξη « ρόδο» και όχι σε κάποιο κατασκεύασμα εξωτερικής αντιστοιχίας. Ο ποιητικός λόγος με αυτή την έννοια είναι πλουσιότερος από την ίδια την αισθητηριακή εμπειρία, καθώς δεν περιορίζεται στην αδαμιαία αλαζονεία της ονοματοδοσίας του κόσμου, στην περιγραφική χαρτογράφησή του, αλλά διευρύνεται σε μία αναδημιουργία, μία εκδίπλωση των εννοιακών του πιθανοτήτων. Μία σοβαρή ανθρωπολογία κατά τον Στάινερ ενέχει στον μορφικό και ουσιαστικό της πυρήνα μία θεωρία ή μία πρακτική του λόγου. Η ανατροπή της αντιστοιχίας ανάμεσα στη λέξη και στον αισθητό κόσμο είναι η επιστημολογική έκλειψη του Εγώ των αποδομητών, του Χαιντεγκερ και της ψυχανάλυσης. Η φρουδική αντίληψη του λόγου, που συνίσταται σε μία αποκαλυπτική κατάδυση σε κρυμμένα επίπεδα ετυμολογίας και ρηματικής σύνδεσης με σκοπό τη διερεύνηση των προδομών του ασυνειδήτου, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η διασπορά του εαυτού που εξέφρασε ποιητικά ο Ρεμπώ στο « Je est un autre». To αίτημα λοιπόν για ασκητική καθαρότητα της γλώσσας, όπως διατυπώθηκε φιλοσοφικά από τον Frege και τον Wittgestein συμπίπτει με την επιταγή του Μαλλαρμέ «να καθαρίσουμε τις λέξεις της φυλής, να γίνει η γλώσσα διάφανη ως προς τον εαυτό της».
Το ζήτημα της ποιητικής εικονοποιίας είναι επίσης καθοριστικό. Σύμφωνα με τον Ποτέμνια χωρίς εικονοποιία δεν υπάρχει τέχνη και κυρίως ποίηση. Η ποιητική εικονοποιία διαφέρει από εκείνη του πεζού λόγου, καθώς δεν αποτελεί απλά μέσο κατηγοριοποίησης των αισθητών αντικειμένων, αλλά ενίσχυση της εντύπωσής τους. Η συνήθεια, όπως αναφέρει ο φορμαλιστής Σλόφσκυ, «καταβροχθίζει έργα, ρούχα, έπιπλα, ενώ η τέχνη υπάρχει για να μας κάνει να νιώσουμε τα πράγματα, να κάνει την πέτρα πέτρινη.». Η τέχνη και κυρίως η ποίηση έχουν στόχο να μεταδίδουν την αίσθηση των πραγμάτων, όπως τα αντιλαμβανόμαστε και όχι όπως τα γνωρίζουμε. Για να το πετύχουν αυτό παρουσιάζουν τα πράγματα ανοίκεια, δηλαδή αποδίδοντάς τους ιδιότητες απρόσμενες σημασιολογικά, πχ.  Το « δακρυσμένο γέλιο» και το «μαύρο φως» στην Κίχλη του Σεφέρη. Η ιδιότυπη αυτή φωνητική και λεξιλογική δομή του ποιητικού λόγου, παράλληλα με τις ιδιάζουσες δομές σκέψεις παρακωλύουν τον αυτοματισμό της αντίληψης με σκοπό την ένταση της εντύπωσης . Έτσι, το αντικείμενο δεν γίνεται αντιληπτό στην έκτασή του στον χώρο, αλλά στον χρόνο, στο συνεχές του με αποτέλεσμα την παράταση της αισθητικής απόλαυσης.
Είναι σαφές πως το ποιητικό έργο λειτουργεί ως πολυτροπικός χώρος, ως δομημένο σύστημα. Κατά τον Μπαχτίν η ιστορία της λογοτεχνίας προϋποθέτει μία κοινωνιολογική ποιητική, η οποία έχει ως αντικείμενο την αντανάκλαση των ιδεολογικών οριζόντων του ποιητή και του αναγνώστη. Το ποίημα ειδωμένο ως πεδίο πραγματικοτήτων μετατρέπεται σε σημείο κατά τον Μουκαρόφσκι. Η σημειακή του φύση αποδεικνύεται από το γεγονός ότι υπόκειται διαρκώς σε ρητές και υπόρρητες αξιολογήσεις περιλαμβάνοντας εξωαισθητικές αξίες, που λειτουργούν ως θεματικά μορφώματα και γίνονται φορείς σημασίας. Χάρη στη μοιραία διολίσθηση από τη σημειακή στη σημασιολογική διάσταση ο ποιητικός λόγος συνδυάζει την αυτοαναφορικότητα με τον κοινωνιολογικό προβληματισμό.
Η ποιητική γλώσσα είναι σημασιολογικά επομένως ριζικά διαφορετική από τη μη ποιητική, αφού λειτουργεί αποκλειστικά « συγκειμενικά», αναφερόμενη δηλαδή μόνο στον εαυτό της. Κομίζει μία γνώση τελείως αντίθετη, αλλά πολύ βαθύτερη από την επιστήμη, όπως απέδειξε ο Ρίτσαρντς στο βιβλίο του Poetry and Beliefs. Το έργο του ποιητή είναι να προσδίδει συνοχή σε ένα σύνολο εμπειριών μέσα από τις λέξεις. Η μελέτη του τρόπου συνάρθρωσής τους αποτελεί εξάλλου το αντικείμενο της γλωσσικής ψυχολογίας. Η συμβολική τους διάσταση προσδίδει στο ποίημα την εγκυρότητα μίας πρότασης και μάλιστα μίας ψευδοπρότασης. Το έργο του ποιητή δεν είναι να διατυπώνει επιστημονικές προτάσεις, η ποίηση όμως έχει διαρκώς το ύφος κάποιου, που διατυπώνει προτάσεις και μάλιστα σημαντικές. Ίσως γι΄αυτό και οι μαθηματικοί κατά τον Ρίτσαρντς αδυνατούν να διαβάσουν ποίηση, αφού βρίσκουν αυτές τις προτάσεις ψευδείς. Ο στίχος « Ω ρόδο, είσαι άρρωστο !» είναι χαρακτηριστικός. Ενώ επιστημονικά η πρόταση κρίνεται ψευδής, για το υποθετικό σύμπαν λόγου του ποιήματος, το πλασμένο από τις κοινές μυθοπλασίες του δημιουργού και των αναγνωστών, μπορεί να θεωρηθεί ποιητικά αληθής ανάλογα με τον βαθμό της συναισθηματικής μας ανταπόκρισης. Γενικότερα, οι αληθείς προτάσεις είναι χρησιμότερες από τις ψευδείς, ο πολιτισμός μας όμως στηρίζεται σε αναρίθμητες ψευδοπροτάσεις για το σύμπαν, τον άνθρωπο, την ψυχή κτλ. μη πιστευτές, οι οποίες ήταν για αιώνες πιστευτές. Σήμερα εφόσον δεν μπορούμε να αποκτήσουμε επαρκείς γνώσεις, πρέπει να απελευθερώσουμε τις ψευδοπροτάσεις μας. Αυτή η θεραπεία δεν είναι λύση απελπισίας, γιατί η ποίηση μας δείχνει πως και οι πιο σημαντικές συμπεριφορές δεν χρειάζονται την επαλήθευση για να προκληθούν ή να διατηρηθούν. Όταν διαρραγούν οι σχέσεις μας με την ποίηση, «μοιάζουμε με ένα παρτέρι ντάλιες χωρίς υποστηρίγματα ». Στη γνώση βρίσκουμε τρόπους να εκμεταλλευθούμε τις περιστάσεις, δεν βρίσκουμε όμως λόγο ύπαρξης και δικαιολόγηση για τη μορφή της ζωής. Ο πολιτισμός μας οφείλει να παραδεχθεί το γεγονός ότι η ζωή της φαντασίας είναι η ίδια η δικαιολόγηση του εαυτού της, όσο κι αν αυτό είναι δύσκολο να το παραδεχθεί ένας ερωτευμένος. Για τον Ρίτσαρντς η ερωτική ποίηση σαφώς κατατροπώνει την ψυχανάλυση.   
Η ποιητική διαδικασία αποτελεί λοιπόν μία ψυχικοπνευματική έκφανση του Εγώ, η οποία διανοίγεται διαρκώς προκειμένου να πραγματωθεί σε καθολική αυτοσυνειδησία. Κατά τον Χέγκελ πρόκειται για μία αυτοφανέρωση του ποιήματος, το οποίο διερωτάται συνεχώς κατά πόσο το νόημά του είναι διαυγές κατά τον εαυτό του. Η «αυτοδιάφανη διαύγειά του» βρίσκεται μέσα στη μαρτυρία της γλώσσας. Η γλώσσα χαρίζει στο ποίημα την ενύπαρκτη δυνατότητα να σκέπτεται τον εαυτό του και να επιζητεί τη φιλοσοφική του καταξίωση με τον να ανυψώνεται στην ελευθερία της Έννοιας, όπου και εκφράζεται ρητά η ενότητα μορφής και περιεχομένου, έννοιας και αντικειμένου. Το ποίημα ανάγεται σε καίρια στιγμή υπαρκτικής αλήθειας, ο ποιητής ενοράται, με την ομιλία του μελετά τα φαινόμενα και τα αναδεικνύει σε μη συμπτωματική εκδήλωση της ουσίας. Η εγελιανή σύλληψη του ποιήματος είναι κατεξοχήν δυναμική, αφού το ποίημα είναι αυτό που έχει συντελεσθεί, το « Όχι πλέον είναι» και συγχρόνως αυτό που χρειάζεται ακόμη να συντελεσθεί, το « Όχι ακόμα είναι ». Η σύνθεσή του είναι κάτι ανάμεσα στο δεδομένο και το τελειωμένο, το λεγόμενο « Ανάμεσα Είναι ». Το ποιητικό υποκείμενο δεν ξεχωρίζει τον εαυτό του από το αντικείμενο της ποιητικής σύλληψης, αλλά αναστοχάζεται το παν ως ενιαία διαδικασία. Πρόκειται για μία σύμμετρη έκφραση του κόσμου, την οποία ανοίγει ο ποιητής στις διεκτάσεις του, προκειμένου να αγκαλιάσει τον δι-αιώνιο ρυθμό του Λόγου. Εμφανίζεται δέ ως κλιμακούμενη πολυσημία, αφού ο ποιητής δεν περιορίζει το ποίημα σε μία αυτοβιογραφική ή έστω αφηγηματική ολοκλήρωση, αλλά το βιώνει ως ανάμνηση της Ουσίας, του εσωτερικού δηλαδή διαμορφωτή της ανθρώπινης ύπαρξης.
Αυτή η πορεία του Λόγου, που εγγράφεται στο Εγώ ως οντολογικός προορισμός, είναι συχνά επώδυνη για τον ποιητή, μπορεί ως ψευδοπρόταση να χρειάζεται μία πληθώρα ερμηνευτικών προσεγγίσεων, όπως αυτή του παρόντος άρθρου για να αποδείξει τη δυνητική εγκυρότητά της. Τίποτα όμως δεν μπορεί να απεικονίσει καλύτερα τη μυστηριώδη γοητεία της ποιητικής περιπέτειας από τον στίχο του σπουδαίου Νίκου Καρούζου :
« Ο ποιητής είναι μία νύχτα στη θάλασσα ».
Έλυα Βερυκίου

Βιβλιογραφία
1.      Η λογοτεχνική θεωρία του 20ου αιώνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
2.      George Steiner, H σιωπή και ο ποιητής, εκδόσεις Έρασμος.
3.      Η φιλοσοφία της γλώσσας, William G.Lycam, εκδόσεις Gutenberg.
4.      Περιοδικό Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τεύχος 68, Δημήτρης Τζωρτζόπουλος.
5.      Χέγκελ, Επιστήμη της Λογικής- η υποκειμενική λογική ή η διδασκαλία περί της έννοιας, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2005.
6.       Victor Shklovsky, Art as Technique, Russian Formalist Criticism, 1965.

7.      J. A. Richards, Principles of Literary Criticism, Λονδίνο 1924.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου