Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Στο περιοδικό Αίτιον άρθρο της Έλυας Βερυκίου με θέμα " Ποιητική, η γοητευτική πορεία προς την ουσία της λογοτεχνικότητας "

 Ποιητική, η γοητευτική πορεία προς την ουσία της λογοτεχνικότητας, Έλυα Βερυκίου

Η γλώσσα υπό το πρίσμα των σύγχρονων φιλοσοφικών θεωριών αποτελεί τον κυρίαρχο τρόπο έκφρασης και εξωτερίκευσης των εσωτερικών ψυχικών διεργασιών της υποκειμενικότητάς μας. Από τις μεταφυσικο-φιλοσοφικές θεωρίες του Πλάτωνα και του Λάιμπνιτζ έως τον Χάιντεγγερ η ανθρώπινη ύπαρξη υποστασιώνεται στη διαδικασία του «ομιλείν» , αφού ο λόγος παρέχει τη δυνατότητα, αφενός της συνειδητοποίησης της αυτοσχεσίας του όντος και  αφετέρου της εκδίπλωσης της διάστασης του « εαυτού » στον εξωτερικό κόσμο. Ο Λακάν στη μελέτη του για το Κλεμμένο Γράμμα του Πόε αναγνωρίζει την προεξάρχουσα συμβολική διάσταση της γλώσσας ( « συστατικό για το Υποκείμενο είναι η τάξη των συμβόλων ») κομίζοντας έτσι τον ιδρυτικό ορισμό της Ψυχολογοτεχνίας. Ο άνθρωπος δρα διαρκώς χάρη σε μία συμβολική τάξη, η οποία έχει εγγραφεί από τη στιγμή της γέννησής του μέσα σε μία σειρά από σημαίνοντα.
Τα πράγματα γίνονται πιο σύνθετα, αλλά ταυτόχρονα και πιο γοητευτικά, όταν η έννοια της συμβολοποίησης μετακινείται από τον προφορικό στον γραπτό λόγο. Η ανάγκη διαμόρφωσης μίας γενικής ποιητικής, που θα έχει ως γνωστικό αντικείμενό της την έννοια της λογοτεχνικότητας καθίσταται πλέον επιτακτική, δεδομένου ότι επιστήμες όπως η φιλοσοφία, η γλωσσολογία και η ψυχανάλυση διερευνούν από την σκοπιά τους τα προβλήματα που εγείρονται με τη λεκτική αναπαράσταση του μυθοπλαστικού συστήματος.
Ο Θετικισμός τον 19ο αιώνα εγκαταλείποντας την ποιητική του Αριστοτέλη, αλλά και του Οράτιου, η οποία εστίαζε στην έννοια της μίμησης ευαγγελιζόταν μία επιστημονική κριτική, δηλαδή μία καθαρή περιγραφή των έργων απαλλαγμένη από κάθε ερμηνεία. Μόνο όμως τον 20ο αιώνα με τον στρουκτουραλισμό, τον Γιάκομπσον και τους Φορμαλιστές θα ξεκινήσει η ιδέα σύνταξης μίας Γενικής Ποιητικής, για την οποία η διαδικασία της ανάγνωσης δεν περιορίζεται στη σύνδεση των γραμμάτων σε επίπεδο μορφής, αλλά αποτελεί μία προσπάθεια συγκρότησης του κειμένου σε χώρο, καθώς αποσυνδέει το συνεχόμενο σημασιολογικά και συνδέει το απομακρυσμένο. Με αυτή την έννοια η Ποιητική κατά τον Τοdorov συμμετέχει στο γενικό σημειωτικό πρόγραμμα, η οποία συνενώνει τις έρευνες της Φιλοσοφίας της Γλώσσας, της ανθρωπολογίας και της ψυχανάλυσης, αφετηρία των οποίων θεωρείται το Σημείο.
Η ανάλυση του λογοτεχνικού κειμένου είχε ήδη απασχολήσει τους Λατίνους, καθώς διέκριναν το λεκτικό πεδίο (elocutio), το συντακτικό ( dispositio) και το σημασιολογικό (inventio). Ο Todorov διέκρινε τρεις κυριαρχικές πλευρές του λογοτεχνικού κειμένου, τη σημασιολογική, τη λεκτική και τη συντακτική. Δύο τύποι σημασιολογικών ερωτήσεων γεννώνται μπροστά στη θέα ενός τέτοιου κειμένου : α) πώς έχει νόημα το κείμενο και β) τι νόημα έχει το κείμενο. Απαντώντας στο πρώτο ερώτημα ο Todorov θεμελιώνει της έννοια της Μορφολογικής Σημασιολογίας. Η γλωσσολογική προσέγγιση του κειμένου συναντούσε δύο βασικούς περιορισμούς. Αφενός αντιλαμβανόταν μόνο τη διαδικασία σημασιοδότησης, διαδικασία κατά την οποία ένα σημαίνον ανακαλεί ένα σημαινόμενο, προκειμένου να προσδοθεί το νόημα χωρίς να λαμβάνει υπόψη της τα προβλήματα της συνδήλωσης, της παιγνιώδους χρήσης της γλώσσας μέσω της μεταφοράς. Αφετέρου η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν υπερέβαινε τα όρια της φράσης. Η σύγχρονη θεώρηση της Ποιητικής μετατοπίζει το κέντρο του ενδιαφέροντος από τη σημασιοδότηση στη συμβολοποίηση, διαδικασία κατά την οποία ένα πρώτο σημαινόμενο ανακαλεί ένα δεύτερο. Η σημασιοδότηση εστιάζεται στο λεξιλόγιο, στα «παραδείγματα» των λέξεων, ενώ η συμβολοποίηση, πιο ουσιαστική, εδράζεται στη διατύπωση, στο «σύνταγμα». Επιπλέον, εξετάζονται για πρώτη φορά οι συμβολικές ιδιότητες τμημάτων  που είναι μεγαλύτερα από τη φράση. Σε αυτό το σημείο έχουμε σε διαφραστικό επίπεδο τη διάκριση μεταξύ του ενδοκειμενικού συμβολισμού, όπου μία μόνο σκέψη καταδεικνύεται από το σύνολο της πλοκής, ( πχ. η πρώτη πρόταση της Άννας Καρένινα αποτελεί συμπύκνωση όλης της πλοκής του βιβλίου) και του παραδοσιακού φιλολογικού υπομνηματισμού. Απαντώντας στην ερώτηση «ποιό είναι το νόημα του κειμένου» διαμορφώνεται ο κλάδος της Υποστασιακής Σημασιολογίας. Εγείρεται λοιπόν το πρόβλημα της αλήθειας του λογοτεχνικού κειμένου. Σύμφωνα με τη σύγχρονη Λογική μετά τον Frege o λογοτεχνικός λόγος σε αντίθεση με τον επιστημονικό δεν επιτρέπεται να υποβληθεί στη δοκιμασία της αλήθειας. Είναι μάταιο και στείρο να ζητούμε τη συμμόρφωση ενός λογοτεχνικού κειμένου προς ένα κειμενικό κανονιστικό σύστημα, που βρίσκεται έξω από αυτό . Ένα άλλο σημαντικό σημείο ενδιαφέροντος, στο οποίο πρέπει να στραφεί η Ποιητική είναι η ανάλυση των πολλαπλών επιπέδου του Λόγου. Ο βαθμός της ρητορικότητας του κειμένου και η υποκειμενικότητα της γλώσσας είναι καθοριστικά. Σχετικά με τον βαθμό ρητορικότητας ο Γιάκομπσον στις έρευνές του ανέλυσε τον γλωσσικό ιστό πολλών ποιημάτων ανακαλύπτοντας γραμματικά σχήματα λόγου, τα οποία διαμορφώντονται από σχέσεις στοιχείων in praesentia ( τα παραδοσιακά ρητορικά σχήματα ) και σχέσεις in absentia ( ρητορικοί τρόποι ). Κατά τον Peirce δεν μπορούμε να απογυμνώσουμε τις λέξεις από το ένδυμά τους, αλλά μόνο να τους βρούμε ένα νέο πιο διάφανο. Ως εκ τούτου, η γλώσσα δεν μπορεί να εξαφανισθεί εντελώς και να εννοηθεί ως καθαρός μεσολαβητής της σημασίας. Από την άλλη, ο λογοτέχνης σύμφωνα με τον Μπαχτίν « κινείται σ΄ένα κόσμο γεμάτο από τις λέξεις του άλλου . Δεν βρίσκει λέξεις γλωσσολογικές, αλλά λέξεις κατοικημένες από άλλες φωνές.» Πρόκειται για τον περίφημο ορισμό της διακειμενικότητας ο λόγος του συγγραφέα είναι πάντα πολυφωνικός. Τη θεωρία της διακειμενικής πολυφωνίας αξιοποίησε η ψυχανάλυση της ιστορίας της λογοτεχνίας και ο Harold Bloom, που μελέτησε πρώτος το άγχος του δημιουργού, ο οποίος όταν γράφει, συνειδητοποιεί ότι το κάνει πάντα υπέρ ή κατά κάποιου άλλου βιβλίου.




Αλλά και ο βαθμός υποκειμενικότητας της γλώσσας παίζει καθοριστικό ρόλο για το λογοτεχνικό κείμενο . Από τη στιγμή που οι έρευνες του γλωσσολόγου Benveniste κατέδειξαν το γεγονός πως κάθε διατύπωση φέρει τα ίχνη της εκφοράς της, η Ποιητική έστρεψε την προσοχή της στις ενδείξεις της εκφοράς μέσα στο έργο, διακρίνοντάς τις σε ενδείξεις για την ταυτότητα των συνομιλητών και για τις χωροχρονικές παραμέτρους του κειμένου ( μορφήματα όπως οι αντωνυμίες και οι καταλήξεις των ρημάτων ) και ενδείξεις για τη στάση του συνομιλητή απέναντι στο αντικείμενο του λόγου του. Δεδομένου ότι υπάρχει πάντα μία αξιολογική κρίση διαφορετικού βαθμού του υποκειμένου κατά τη διατύπωση, ο λόγος του έργου ως προς την υποκειμενικότητά του μπορεί να χαρακτηρισθεί ως συγκινησιακός ( μελέτες του Charles Bally )   ή τροποποιητικός ( με ισχυρή παρουσία τροποποιητικών ρημάτων και επιρρημάτων, όπως τα «μπορεί», «πρέπει», «ίσως» ).
Όσον αφορά στη λεκτική πλευρά της γλώσσας η Ποιητική εξετάζει τον τρόπο μεταμόρφωσης του λόγου σε μυθοπλασία, τη « σχηματικότητα» του λογοτεχνικού κειμένου κατά τον Ingarden μέσω των τεσσάρων βασικών κατηγοριών, του τρόπου, του χρόνου, της οπτικής και της φωνής. Στο επίπεδο του Τρόπου σημαντική είναι η εργασία του  Gerard Genette πάνω στον Προυστ για τις σημασιολογικές αποχρώσεις της παραλλαγής του ελεύθερου πλάγιου λόγου. Από την πλευρά της κατηγορίας του χρόνου η ανεύρεση των δύο χρονικοτήτων του έργου, η μονοδιάστατη χρονικότητα του λόγου, η πολυδιάστατη της μυθοπλασίας  και η συμπλοκή τους μας επιτρέπουν να διαμορφώσουμε μία νέα τυπολογία αφήγησης, χαρακτηριστικά δείγματα της οποίας αποτελούν η επαναληπτική και η συμπεριληπτική αφήγηση. Αλλά και η μελέτη της κατηγορίας της οπτικής σε συνδυασμό με την εισαγωγή της έννοιας του αντανακλαστή από τον Χένρι Τζόυς ( του προσώπου δηλαδή που δεν είναι μόνο αντικείμενο παρατήρησης, αλλά και παρατηρητής ταυτόχρονα) είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Τέλος, η εξέταση της συντακτικής πλευράς του λογοτεχνικού έργου και των κειμενικών δομών εξήρε τη σημασία της έννοιας της αιτιότητας στη διαμόρφωση αισθητικών αντιλήψεων περί λογοτεχνίας. ( ρητή αιτιότητα και παραλογοτεχνία σε αντιδιαστολή με τη στροφή της λογοτεχνίας προς το ασήμαντο χάρη στους Φλωμπέρ, Μπέκετ και Τσέχοφ. ) Επιπλέον έγινε ευρέως γνωστή και η έννοια της χωρικής δομής, η οποία χαρακτηρίζει κυρίως την ποίηση, όπου όλα τα στρώματα της διατύπωσης από το φώνημα ως τις γραμματικές κατηγορίες οργανώνονται σε χωρικές συμμετρίες ή αντιθέσεις.
Συνοψίζοντας η ζωή, όπως αναφέρει ο Todorov είναι μία βιογραφία, ο κόσμος μία κοινωνιογραφία κι εμείς δεν μπορούμε ποτέ να φτάσουμε σε μία εξωσυμβολική προγλωσσική κατάσταση. Επομένως η διαμόρφωση μίας ποιητικής καθίσταται αναγκαία στο μέτρο που η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού κειμένου αποτελεί μία γοητευτική, αλλά και μία περιπετειώδης πορεία, κατά την οποία συγγραφέας και αναγνώστης οφείλουν να κυριεύσουν τη λέξη « ζεστή ακόμα από τον αγώνα της » και να την υποτάξουν « στη δυναμική ενότητα του ύφους ».



Έλυα Βερυκίου

Βιβλιογραφία

Ζεράρ Ζενέτ, Τα όρια της διήγησης, εκδ. Καρδαμίτσα
Μπαχτίν, Η μορφική μέθοδος στη φιλολογική επιστήμη, εκδ. Πόλις
Τσβένταν Τοντόρωφ, Ποιητική, εκδ. Γνώση
Λακάν, Γραπτά, εκδ. Σέιγ
Ο. Εκο, Ερμηνεία και Υπερερμηνεία, εκδ. Ελληνικά Γράμματα
Η Φιλοσοφία, Αλέν Ρενώ, εκδ. Πόλις


Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

Κερασιές, Έλυα Βερυκίου ( από τη νέα προς έκδοση ποιητική συλλογή )

Τα πράγματα που αγνόησα και οι σιωπές τους.
Τις νύχτες σιγοκαίνε, όλα αγνά, στην αγάπη βυθισμένα.
Το πλήρωμα του χρόνου ήρθε.
Καιρός να κυνηγήσουμε το φως μέσα στη βροχή.
Ασυνείδητα σε μία κατάφαση, σ΄ένα λυγμό
να θεσπίσουμε της ανυπαρξίας την κατάρρευση.
Η επιβίωση, συνθήκη που ανατέλλει πάνω από τους κέδρους.
Σφύζουν όμως τα αισθήματα πάνω στο χαρτί,
κεριά που άναψα για τις απώλειές μου.
Στους τοίχους οι αντανακλάσεις της ύπαρξης
ακολουθούν την προδιαγεγραμμένη διαδρομή.

Διψώ.
Μία σταγόνα αρκεί να υγρανθεί της ψυχής το αισθητήριο.
Τις μέρες του αθέατου αγιασμού
φυλλορροούν νοσταλγικά οι κερασιές της θλίψης.